ΟΙ ΣΟΦΙΣΤΕΣ

  • Γιώργος Μπουσούτας-Θανασούλας

 Ένας φίλος πριν μερικά χρόνια μου έκανε ένα δώρο. Το δώρο αυτό ήταν ένα βιβλίο με κενές σελίδες και τίτλο 'Όλα όσα γνωρίζουν οι νεοέλληνες για τους αρχαίους Έλληνες'. Η παρουσίαση αυτή της άγνοιας των νεοελλήνων για τους προγόνους τους με προβλημάτισε πολύ και μάλιστα ο προβληματισμός αυτός έγινε ακόμη πιο έντονος όταν συνειδητοποίησα ότι η γνώση αρχίζει και σταματά, κυρίως, στην ελάχιστη γραμματεία του 5ου και του 4ου π. Χ. αιώνα και μάλιστα στο τμήμα που αφορά την Πλατωνική και την Σωκρατική σκέψη.

Για τον λόγο αυτό σκέφτηκα να ασχοληθώ και με την άλλη πλευρά της φιλοσοφικής διαμάχης. ’ρχισα τότε να μελετώ τους φιλοσόφους την σκέψη των οποίων οι σύγχρονοι φιλόσοφοι, μελετητές, ιστορικοί και φιλόλογοι ονομάζουν, 'αρχαίο ελληνικό διαφωτισμό' ή 'αρχαίο ελληνικό υπαρξισμό', τους Σοφιστές.

Με την μελέτη μου αυτή κατάφερα να γνωρίσω μια άλλη φιλοσοφία. Μια φιλοσοφία στην οποία πολλά χρωστάει η ανθρωπότητα. Μια φιλοσοφία τα μηνύματα της οποίας επηρέασαν την ανθρώπινη σκέψη πάρα πολλούς αιώνες αργότερα, τότε που ο άνθρωπος συνάντησε τον εαυτό του και του έδωσε αξία. Μια φιλοσοφία που επηρέασε και επηρεάζει ακόμη και σήμερα χωρίς να το γνωρίζουμε, τόσο τις θρησκευτικές, παιδαγωγικές και γραμματολογικές πλευρές του ανθρώπινου νου όσο και τις κοινωνικές και πολιτικές δραστηριότητές του.

Οι ελληνικές λέξεις σοφός και σοφία ήταν σε κοινή χρήση από τη αρχαιότατη εποχή και καθώς δήλωναν μια διανοητική ή πνευματική ιδιότητα ήταν φυσικό να αποκτήσουν διάφορες λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις. Στην αρχή σήμαιναν κυρίως επιδεξιότητα σε μια συγκεκριμένη τέχνη. Από αυτήν την σημασία γίνεται εύκολα η μετάβαση στην έννοια αυτού που γνωρίζει κάτι ή στον συνετό και αυτή η μεταφορά γίνεται φανερή στον Θεογένη. Εδώ η λέξη σοφός ίσως έχει πάρει και την έννοια του ειδικού μολονότι ίσως να σημαίνει περισσότερο τον καλά πληροφορημένο.

Ο Ησίοδος στον Λίνο χρησιμοποιεί την ίδια λέξη χαρακτηρίζοντάς τον σαν 'έμπειρο σε όλα τα είδη της σοφίας'. Με αυτή την σημασία χρησιμοποιούνταν για τους επτά σοφούς ή για οποιονδήποτε μυαλωμένο άνθρωπο. Κατά τον Αισχύλο σοφός δεν είναι αυτός που γνωρίζει πολλά, αλλά ωφέλιμα πράγματα. Το ρήμα σοφίζομαι που σημαίνει ασκώ την σοφία χρησιμοποιείτε από τον Ησίοδο για να δηλώσει την επιδεξιότητα στη ναυτική τέχνη. Η λέξη σοφιστής είναι ουσιαστικό παράγωγο του ρήματος και δηλώνει το πρόσωπο που ενεργεί.

Όπως παρατηρεί ο Διογένης ο Λαέρτιος οι όροι σοφός και σοφιστής ήταν κάποτε συνώνυμοι. Αυτό γίνεται φανερό στον Ηρόδοτο που χρησιμοποιεί την λέξη σοφιστής για τον Πυθαγόρα και τον Σόλωνα. Την ονομασία δε των επτά σοφών και ως σοφιστών την συναντάμε σε αποσπάσματα του Αριστοτέλη και του Ισοκράτη. Είναι λοιπόν πιθανό να θεωρούσαν πως σοφιστής ήταν ο δάσκαλος. Ο σοφιστής λοιπόν γράφει ή διδάσκει επειδή έχει να μεταδώσει μια ειδική δεξιότητα ή γνώση. Σήμερα ο όρος αυτός έχει μια εντελώς διαφορετική σημασία. Έχει επικρατήσει κυρίως με μια εντελώς απαξιωτική έννοια, την οποία συναντούμε σε όλα τα λεξικά.

Πριν όμως ασχοληθούμε με την διδασκαλία των σοφιστών και τις φιλοσοφικές τους τοποθετήσεις θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα σημαντικό για την έρευνα ζήτημα. Το ζήτημα των πηγών. Αν και οι περισσότεροι από τους σοφιστές ήταν άτομα με αξιόλογο συγγραφικό έργο, δεν έχουμε στην διάθεσή μας αυτά τα έργα, αλλά στην καλύτερη των περιπτώσεων πολύ μικρά αποσπάσματά τους., για τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων δεν ήμαστε σε θέση να πούμε με βεβαιότητα ποιος είναι ο συγγραφέας. Για τον λόγο αυτόν οι κύριες πηγές πληροφοριών μας για αυτούς και για τις απόψεις τους είναι τα έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη καθώς και των πολιτικών ή ρητορικών αντιπάλων τους, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ορθή και αδιάβλητη μεταφορά της φιλοσοφικής αντίληψής τους.

Οι σοφιστές κυρίως εμφανίστηκαν στην Αθήνα τον 5ο αιώνα π. Χ. και διαδραμάτισαν κυρίαρχο ρόλο στα γεγονότα και τις καταστάσεις μέχρι και το τέλος του 4ου αιώνα. Μετά το έργο τους είναι ελάχιστα γνωστό. Η κίνηση αυτή έγινε πάλι γνωστή τον 2ο μ. Χ. αιώνα με τις αναφορές του Κικέρωνα. Η επανεμφάνιση αυτή ονομάστηκε από τους σύγχρονους μελετητές 'δεύτερη ή νέα σοφιστική' και είναι κυρίως υπεύθυνη για τον διασυρμό τους.

Οι παρεμβάσεις που έκαναν στα δρώμενα του 5ου αιώνα αφορούν σε γενικές γραμμές τέσσερις τομείς. Την εκπαίδευση, την πολιτική, την κοινωνία και τέλος την θρησκεία. Πριν ασχοληθούμε με τους τομείς αυτούς έναν - έναν, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι δεν υπήρξε ενιαία θέση από όλους τους σοφιστές σε κάθε ζήτημα. Οι απόψεις τους διέφεραν από άτομο σε άτομο και πολλοί από αυτούς ήρθαν σε σύγκρουση με άλλους σοφιστές στην προσπάθειά τους να υπερασπίσουν τις θέσεις τους. Ακραίο και χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση του Θηραμένη ο οποίος ήταν ολιγαρχικός σοφιστής και φίλος του επίσης σοφιστή Κριτία. Κατηγορήθηκε από τον Κριτία για ασέβεια προς τους Θεούς καθώς και για φιλελεύθερες απόψεις και καταδικάστηκε σε θάνατο με κώνειο, το οποίο ήπιε λέγοντας 'στην υγεία του όμορφου Κριτία'. Πάντως υπήρχε μια κυρίαρχη άποψη σε κάθε τομέα η οποία χαρακτήριζε την γενικότερη σοφιστική αντίληψη.

Τον 5ο αιώνα η Αθήνα δεν είχε να επιδείξει τίποτε που να μοιάζει με αυτό που σήμερα θα ονομάζαμε ανώτερη ή ανώτατη εκπαίδευση. Στις αριστοκρατικές κοινωνίες οι σημαντικότερές παράμετροι στην διαμόρφωση των νέων ήταν η κληρονομικότητα, το παράδειγμα των προγόνων, η οικογενειακή καταγωγή και τέλος οι παραδόσεις. Τα μέλη της κοινωνίας αυτής εκτιμούσαν περισσότερο την γενναιότητα και τις σωματικές αρετές. Στην αρχή οι αρετές αυτές δικαιώνονταν στον πόλεμο και αργότερα με τον αθλητισμό και τους Πανελλήνιους αγώνες.

Από τα λογοτεχνικά έργα της εποχής μαθαίνουμε ότι οι διδάσκαλοι της νεολαίας την εποχή εκείνη ήταν ο παιδοτρίβης, Ο κιθαριστής και ο γραμματιστής. Η εκπαίδευση γίνονταν σε σχολεία που φοιτούσαν πολλά παιδιά. Ο Όμηρος ήταν το κύριο κείμενο με το οποίο μορφώνονταν οι Αθηναίοι νέοι. Στους ενήλικους η ικανότητα απομνημόνευσης μεγάλων τμημάτων από τον Όμηρο ήταν πολύ διαδεδομένη. Στο συμπόσιο του Ξενοφώντα ένα από τα πρόσωπα που συμμετέχουν υπερηφανεύεται ότι γνωρίζει απέξω ολόκληρο το κείμενο.

Υπάρχει βέβαια μια εξαίρεση στον θεωρητικό τομέα. Οι φιλόσοφοι. Αυτοί είχαν οπαδούς που αρέσκονταν σε μερικούς να ονομάζονται μαθητές. Οι μαθητές διδάσκονταν από τον δάσκαλό τους όσα αυτός ήξερε για τις επιστήμες, τις θρησκευτικές, ηθικές και πολιτικές αρχές. Είναι όμως φανερό ότι αυτές οι ομάδες ήταν ολιγάριθμες και δεν υπήρχε κανονικό αναλυτικό πρόγραμμα διδασκαλίας.

Εκτός από αυτήν την μορφή εκπαίδευσης οι Αθηναίοι νέοι μπορούσαν να διδαχθούν μια τέχνη ή ένα επάγγελμα από ειδικευμένο δάσκαλο. Η συστηματική όμως θεωρητική εκπαίδευση ήταν ανύπαρκτη. Οι Αθηναίοι διδάσκονταν την ζωή κοιτώντας γύρω τους. Τότε εμφανίζονται οι σοφιστές. Οι περιοδεύοντες δάσκαλοι. Προσφέρουν και πουλούν θεωρητική μόρφωση. Διδάσκουν στους πολίτες να μιλούν σωστά και με πειθώ. Τους μαθαίνουν να κρίνουν, να σκέπτονται και να λαμβάνουν θέση σε όλα τα ζητήματα.

Η ενεργοποίηση της νόησης ήταν στοιχείο κοινό στους φιλοσόφους και στους σοφιστές. Όμως οι σοφιστές την ασκούσαν με νέους στόχους. Δεν ήταν απλά θεωρητικοί του τρόπου ζωής και της γνώσης μέσω της οποίας αναζητούσαν την μεταφυσική αλήθεια μόνο. Η διδασκαλία τους ήταν πρακτική και ζητούσαν αποτελέσματα από την εκπαίδευσή τους όπως και οι επαγγελματίες.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω μπορούμε να πούμε ότι η εμφάνιση των σοφιστών και των φιλοσόφων στην Αθήνα τον 5ο αιώνα δημιούργησε μια επανάσταση στην εκπαίδευση. Αντιπαλεύοντας την κλασική εκπαίδευση που σταματούσε με την εκμάθηση της γραφής και της ανάγνωσης, και ότι η αρετή έχει άμεση σχέση με την καταγωγή, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μιας εκπαίδευσης χωρίς τέλος.

Δηλώνουν ότι η αρετή διδάσκεται και ότι είναι δυνατόν ο κάθε άνθρωπος να αποκτήσει τα εφόδια που χρειάζεται για να γίνει καλός πολίτης δηλαδή κύριος των αποφάσεων της πόλης και κατά συνέπεια άνθρωπος ανώτερων αρετών. Στο σημείο αυτό έρχεται όμως η ρήξη των σοφιστών με τους φιλοσόφους. Οι σοφιστές θεωρούν ότι πολίτης είναι αυτός που έχει την ικανότητα να επηρεάζει τις αποφάσεις της πόλης του ενώ οι φιλόσοφοι αυτός που πράττει το ορθό για την πόλη και ρέπει προς το αγαθό. Ο σοφιστής θεωρεί ότι καλό για κάθε άτομο είναι αυτό που είναι χρήσιμο για αυτόν και ωφέλιμο για την πόλη. Ο φιλόσοφος θεωρεί ότι καλό είναι αυτό που είναι σύμφωνο με τους Νόμους και τις αξίες της πόλης, αυτό που είναι δίκαιο.

Στην Αθήνα πιστεύονταν ότι η ύπαρξη των Νόμων ήταν αποτέλεσμα μιας θείας παρέμβασης η οποία δημιούργησε το έθιμο δηλαδή τους 'άγραφους νόμους', και μιας νομοθέτησης από κάποιο θείας καταγωγής άτομο το οποίο έχοντας αγαθή πρόθεση δημιούργησε τους νομούς της πόλης δηλαδή τους 'γραπτούς νόμους'. Στην συνείδηση του κάθε αθηναίου υπάρχει το προβάδισμα των άγραφων νόμων επειδή έχουν θεία καταγωγή. Αυτήν την άποψη πρόβαλαν οι περισσότεροι των φιλοσόφων με πρωτοπόρους τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη.

Αυτήν την τάξη την ανέστρεψαν οι σοφιστές προβάλλοντας την θέση ότι οι νόμοι δεν είναι τίποτε άλλο από μια συμφωνία μεταξύ των πολιτών μιας πόλης και αφορούν την διοίκησή της καθώς και τις σχέσεις των μελών της. Η συμφωνία έπρεπε να τηρείται από όλους ώστε να έχει ισχύ και να υπάρχει τάξη. Είναι όμως καθήκον και δικαίωμα κάθε πολίτη να επηρεάσει τα υπόλοιπα μέλη για την αλλαγή κάποιου νόμου αν θεωρεί ότι η αλλαγή είναι συμφέρουσα για αυτόν και για την πόλη κατά την γνώμη του.

Για να γίνει όμως αυτό απαιτούσε την καλή παρουσίαση των θέσεων και των απόψεών του στην εκκλησία του Δήμου. Εδώ καθοριστικό ρόλο παίζει η ρητορική. Αυτός που έχει την δυνατότητα να χειρίζεται σωστά την γλώσσα και τον λόγο μπορεί όχι μόνο να νομοθετεί αλλά και να εκλέγεται σε αξιώματα της πόλης και να προβάλει το συμφέρον τόσο το δικό του όσο και των ομοίων του. Για αυτόν τον λόγο πολλοί νέοι της Αθήνας, κυρίως αριστοκρατικής καταγωγής ή πλούσιοι, έτρεχαν στους σοφιστές για να μάθουν την τέχνη της ρητορικής. Αυτή ήταν και η αιτία που για την εκπαίδευση αυτή οι σοφιστές ζητούσαν χρήματα από τους μαθητές τους. Ο Σωκράτης δεν θα σκεφτόταν ποτέ να ζητήσει χρήματα, όπως και όλοι οι προγενέστεροι φιλόσοφοι, για τις εντελώς ιδιωτικές συζητήσεις τους που μπορεί να πλούτιζαν το πνεύμα αλλά δεν είχαν άμεση πρακτική εφαρμογή.

Η αμφισβήτηση της θεϊκής καταγωγής των νόμων θέτει έμμεσα και το ερώτημα αν υπάρχουν οι θεοί. Αυτό δε σε συνδυασμό με την ήττα των Αθηναίων στον πελοποννησιακό πόλεμο και την εγκατάσταση των 30 τυράννων, κάτι που έρχονταν σε αντίθεση με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, οδήγησε σε μια γενική αμφισβήτηση των θεών. Σε αυτό το θέμα οι σοφιστές είχαν και τις πλέον διάφορες μεταξύ τους απόψεις. Υπήρχαν οι πολύ συντηρητικοί όπως ο Κριτίας που θεωρούσαν αυτονόητη την ύπαρξή τους, όπως και οι πλέον ριζοσπαστικοί όπως ο Πρόδικος που θεωρούσε την θρησκεία προϊόν άγνοιας του ανθρώπου. Η πλέον χαρακτηριστική όμως άποψη παρουσιάζεται στον διάλογο του Πλάτωνα 'Πρωταγόρας' και εκφράζει την σκέψη του ομώνυμου σοφιστή. Σε ερώτηση του Σωκράτη αν υπάρχει θεός ο Πρωταγόρας απαντά "σχετικά με τους θεούς δεν μπορώ να εξακριβώσω αν υπάρχουν ή όχι, ή ποια μορφή έχουν γιατί υπάρχουν πολλά πράγματα που εμποδίζουν να τους γνωρίσουμε, η αβεβαιότητα σχετικά με το θέμα και η βραχύτητα της ανθρώπινης ζωής". Αυτή η τοποθέτηση ίσως είναι πρώτη στην ιστορία της ανθρωπότητας για το θέμα της θεότητας που εμπεριέχει όλα τα στοιχεία του αγνωστικισμού.

Η συζήτηση για την θρησκεία και τους θεούς φέρνει στο προσκήνιο πάλι το θέμα των νόμων και της καταγωγής τους. Είναι οι θεοί δημιούργημα του νόμου δηλαδή της ανθρώπινης παρέμβασης ή υπάρχουν εκ φύσεως; Οι πόλεις δημιουργήθηκαν και διοικούνται με θεϊκές εντολές ή με συμβάσεις ανθρώπων ώστε να καταφέρουν πολλοί μαζί να πετύχουν κάτι που για τον καθένα ξεχωριστά θα ήταν αδύνατο;

Επεκτείνοντας τέτοιου είδους συλλογισμούς οι σοφιστές προχώρησαν την σκέψη τους ακόμη περισσότερο θέτοντας ερωτήματα σχετικά με την ισότητα των ανθρώπων και κατά συνέπεια την κατάργηση της εξουσίας ενός ανθρώπου σε άλλον. Μια τέτοια σκέψη έθετε σε αμφισβήτηση και το θέμα της δουλείας ή της ηγεμονίας μιας πόλης σε μια άλλη. Στους σοφιστές μάλιστα βρίσκουμε για πρώτη φορά αναφορές στην κοινή καταγωγή των Ελλήνων. Σε λόγους που εκφώνησε ο Ιππίας τόσο στην Ολυμπία όσο και στους Δελφούς βρίσκουμε τέτοιου είδους αναφορές.

Οι σοφιστές είναι οι πρώτοι δάσκαλοι που ασχολήθηκαν με την γλώσσα σε επιστημονική θα λέγαμε βάση. Στην προσπάθειά τους να ορίσουν κανόνες καλού χειρισμού της έκφρασης κατά την διάρκεια της εκφώνησης των λόγων καθιέρωσαν την χρήση των γενών και των κανόνων της γραμματικής και της ετυμολογίας. Αυτοί ήταν μάλιστα που κωδικοποίησαν την χρήση των γενών στα ονόματα και τα επίθετα με βάση την δημιουργία, την έννοια και την εξέλιξη της λέξης. Αυτό κάνει πολλούς μελετητές να τους θεωρούν σαν τους πρώτους φιλολόγους της ιστορίας.

Η σημαντικότερη όμως καινοτομία των σοφιστών είναι η τοποθέτηση του ανθρώπου στο κέντρο του κόσμου. Αυτό είναι το στοιχείο που διαφοροποιεί τον σοφιστή στο φιλοσοφικό πεδίο. Μέχρι τότε ο Θεός και το θείο ήταν αυτό που είχε την κυρίαρχη θέση. Ο Πρωταγόρας πρώτος στην διατριβή του 'Αλήθεια' ισχυρίζεται ότι 'πάντων χρημάτων μέτρον εστίν άνθρωπος, των μεν όντων ως εστί, των δε ουκ όντων ως ουκ εστί'. Αυτό σημαίνει ότι το 'είναι' ανάγεται στα φαινόμενα. Δεν υπάρχει αλήθεια πέρα από τις αισθήσεις και τις προσωπικές απόψεις. Η πρόταση ισχύει τόσο για το αισθητό όσο και για τις κρίσεις. Οι απόψεις μας για το ωραίο και το άσχημο, το δίκαιο και το άδικο, το όσιο και το ανόσιο είναι υποκειμενικές και σχετικές και έχουν αξία μόνο για μας. Να που ξαφνικά ο άνθρωπος γίνεται κριτής και όλες οι απόψεις βρίσκονται στον αέρα. Πρόκειται για μια απόλυτα επαναστατική αρχή που εξαφανίζει κάθε πίστη στην αντικειμενική αλήθεια και την αλήθεια εξ αποκαλύψεως.

Η άποψη αυτή εντελώς διάφορη από αυτή ενός ιδεαλιστή φιλοσόφου, σηματοδοτεί διαφορετικές θέσεις για τις μορφές της ανθρώπινης δράσης. Μια τέτοια διαφορετική θέση είναι και αυτή που αφορά την τιμωρία. Στα κείμενα του Πλάτωνα και συγκεκριμένα στους 'Νόμους' και στον 'Πρωταγόρα' οι διαφορές που έχουμε για την αντίληψη των δύο μερών δεν είναι εύκολα εμφανείς. Μια πιο προσεκτική όμως μελέτη θα εντοπίσει τρεις ουσιώδεις διαφορές.

Πρώτη διαφορά είναι ότι ο Σωκράτης όταν μιλά για τιμωρία έχει κατά νου κυρίως την τιμωρία στο υπερπέραν. Ο Πρωταγόρας σκέφτεται μόνο την πόλη και τις ανθρώπινες τιμωρίες. Η δεύτερη διαφορά είναι ότι τον Σωκράτη τον απασχολεί περισσότερο η ψυχή του ανθρώπου και για τον λόγο αυτόν θεωρεί την τιμωρία σαν μέσω ίασης του ανθρώπου ώστε να γίνει καλλίτερος. Τον Πρωταγόρα τον απασχολεί η σταθερότητα της κοινότητας. Τον ενδιαφέρει να αποφύγει τα μελλοντικά παρόμοια παραπτώματα. Τέλος ο Σωκράτης διαφοροποιεί τα παραπτώματα και τις περιπτώσεις. Σχεδιάζει ένα ολόκληρο πρόγραμμα για την ποινική δικαιοσύνη ξεχωρίζοντας την ζημιά από την αδικία. Αντίθετα ο Πρωταγόρας δεν επιδιώκει κανένα διαχωρισμό. Τον απασχολεί μόνο η ιδέα της εκπαίδευσης του ατόμου καθ' όλη την διάρκεια της ζωής του. Η τιμωρία δεν έχει ελαφρυντικά.

Τώρα είμαστε σε θέση να καταλάβουμε τους λόγους που κατηγορήθηκαν και τελικά αποσιωπήθηκε η ύπαρξη και η προσφορά τους. Οι ιδέες τους ήταν πρωτοποριακές για την εποχή και επηρέασαν τους διανοούμενους της περιόδου αυτής. Ο Θουκυδίδης, ο Ευριπίδης, ο Περικλής, ο Ιπποκράτης, ο Ισοκράτης και πολλοί άλλοι αν και οι ίδιοι δεν υπήρξαν ποτέ σοφιστές επηρεάστηκαν έντονα από την σκέψη τους και την διέδωσαν με τα έργα τους.

Η σκέψη αυτή τάραξε τα νερά. Δημιούργησε κοινωνικά, θρησκευτικά και πολιτικά προβλήματα στην δομή των πόλεων. Για να υπάρξει η σοφιστική σκέψη πρέπει να υπάρχει δημοκρατία. Πρέπει να υπάρχει συμμετοχή του πολίτη στην διοίκηση της πόλης. Πρέπει να υπάρχει ελευθερία του λόγου. Η πτώση της Αθήνας και η κυριαρχία της Σπάρτης, της Θήβας και τέλος των Μακεδόνων βασιλέων και των Ρωμαίων αυτοκρατόρων δεν βοήθησαν στην δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανάπτυξη του επαναστατικού και έντονα ανθρωποκεντρικού αυτού λόγου.

Παραγράφοντας και ξεπερνώντας τα φιλοσοφικά μηνύματα του σοφιστικού κινήματος, κυρίως των πρώτων χρόνων, οι εκάστοτε εξουσιαστικές δομές πρόβαλαν τις αμοραλιστικές και τυχοδιωκτικές ιδέες των σοφιστών της παρακμής, για να συκοφαντήσουν και να εξαλείψουν την σκέψη τους. Η επικράτηση δε του Χριστιανισμού και η προβολή της πλατωνικής και αριστοτελικής σκέψης οδήγησαν μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα στην πλήρη λήθη του έργου τους. Τότε ο Hegel στην αρχή πλησίασε την σκέψη τους και αποκατέστησε το όνομά τους. Στην συνέχεια και ακόμη περισσότερο στις αρχές του 20ου αιώνα με την επικράτηση περισσότερο ουμανιστικών ρευμάτων στην δυτική Ευρώπη, διάφοροι μελετητές μελέτησαν σε βάθος το έργο τους και τους αποκατέστησαν πλήρως στην θέση τους στην ιστορία της φιλοσοφίας.

! Ο Γιώργος Μπουσούτας - Θανάσουλας είναι συγγραφέας και αρθρογράφος

Back to top
Back to top