ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

 

Η γέννηση ενός καλλιτεχνικού έργου, είτε εικαστικού, είτε μουσικού, είτε λογοτεχνικού, περνά από δύο στάδια. Το πρώτο είναι η αρχική σύλληψη, η ιδέα (αυτή μπορεί να αφορά όχι μόνο στο περιεχόμενο αλλά και στη μορφή) που θα σαρκωθεί στο συγκεκριμένο έργο. Το δεύτερο η εκτέλεση, η πράξη της δημιουργίας.

Φυσικά, αυτός ο διαχωρισμός είναι κάπως τεχνικός, αφού ανάμεσα στην πράξη και την ιδέα υφίσταται δεσμός διαλεκτικός: η ιδέα κατευθύνει την πράξη αλλά και η πράξη τροποποιεί την αρχική σύλληψη.

Η κατεξοχήν τέχνη, βέβαια, έγκειται στην ίδια την πράξη της δημιουργίας, είναι συνώνυμη με την εκτέλεσή της. Η ιδέα τοποθετείται σε έναν «προ της τέχνης» πνευματικό τόπο. Το καλλιτεχνικό έργο είναι η ενσάρκωση μιας ιδέας, αλλά η ιδέα μόνη της δεν έχει καμιά υλική υπόσταση. Αν ταυτίσουμε την τέχνη με την δημιουργική εκτέλεση, θα πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν είναι καθόλου σπάνια. Η τέχνη και το καλλιτεχνικό, δηλαδή το «εκτελεστικό», ταλέντο είναι πολύ διαδεδομένες. Αυτό που είναι σπάνιο είναι η καινοτόμος ιδέα, η ιδιοφυής σύλληψη. Όταν μια εξαιρετική σύλληψη βρει την ανάλογή της δημιουργική εκτέλεση, τότε έχουμε εκείνες τις κορυφώσεις που θαυμάζουμε στην τέχνη όλων των εποχών.

Τι γίνεται όμως όταν η τέχνη στηρίζεται αποκλειστικά στην ιδέα, στην έμπνευση, και παρακάμπτει την καλλιτεχνική πράξη; Λέω την παρακάμπτει όχι με την έννοια πως την καταργεί αλλά πως τη συρρικνώνει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην απαιτείται πια για την εκτέλεσή της καμιά δημιουργική ικανότητα, κανένα καλλιτεχνικό ταλέντο. Ο εικαστικός καλλιτέχνης που τολμά, για πρώτη φορά, να μαστιγώσει τον καμβά με χρώματα ή να επιχρωματίσει φωτογραφίες κινηματογραφικών αστέρων ή να εκθέσει πτώματα ζώων φυλακισμένα στη φορμόλη ή να σκεπάσει κρανία με διαμάντια καινοτομεί. Εισάγει μια καινούργια εικαστική γλώσσα. Ακυρώνει όμως τη δημιουργική πράξη καταδικάζοντάς την σε υποτροφία ή καθιστώντας την τόσο υποτυπώδη, ώστε να μπορεί να την εκτελέσει ο καθένας.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το αδιέξοδο του μεταπολεμικού εικαστικού μοντερνισμού: στην αποκλειστική προσήλωσή του στην καινοτόμο ιδέα και στην παραμέληση της καλλιτεχνικής πράξης. Εάν όμως δεχτούμε πως η τέχνη ταυτίζεται με την τελευταία, ενώ η πρώτη οριοθετεί μια «προ της τέχνης» περιοχή, τότε οδηγούμαστε σε μια τέχνη μετά την τέχνη. Τέχνη μετά την τέχνη! Ιδού το μέγα παράδοξο!

Η τέχνη μετά την τέχνη σημαίνει τον θάνατο της τέχνης; Είναι μια χειρονομία που δείχνει το μηδέν; Είναι το προστάδιο εκείνης της ανυπαρξίας που θα εξέφραζαν πεντάγραμμα δίχως νότες, βιβλία με λευκές σελίδες, άδεια βάθρα και κάδρα χωρίς ζωγραφικά έργα; Ή είναι ένα nec plus ultra που θα μας οδηγήσει πίσω στη δημιουργία; Σ' αυτά τα ερωτήματα μόνον ο χρόνος μπορεί να απαντήσει.

! Ο Γιώργος Βαρθαλίτης είναι φιλόλογος με σπουδές στην Αθήνα και στη Χαϊδελβέργη, ποιητής, μελετητής και μεταφραστής. Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό Νέα Ευθύνη, τχ12 (Σεπ. - Οκτ. 2012). Πρώτη ανάρτηση Αντίφωνο