ΧΡΟΝΟΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

 Πολλές φορές αναφερόμαστε στην καθημερινότητά μας σε μια έννοια που δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι. Η έννοια αυτή μάλιστα έχει καταστεί πλέον μια από τις σημαντικότερες στην ζωή μας και δεσπόζει σχεδόν σε κάθε δραστηριότητά μας. Αναφέρομαι στον χρόνο.

Τι είναι χρόνος ακριβώς δεν ξέρουμε. Αν και είναι μια από τις τρείς βασικές έννοιες της Φυσικής δεν είμαστε σε θέση να την ορίσουμε. Θεωρούμε ότι είναι ένα μετρήσιμο μέγεθος. Τι είδους όμως μέγεθος;

Είναι μέγεθος απόστασης; Ναι θα που μερικοί. Σε ‘έτη φωτός’ μετράμε τις αποστάσεις των ουρανίων σωμάτων. Είναι μέτρο μέτρησης των μεταβολών; Ναι θα μας πουν κάποιοι άλλοι. Με αυτόν μετράμε το διάστημα που συντελείται μια μεταβολή. Μάλλον όμως είναι και τα δύο, γι’ αυτό και θεωρείται ως μια από τις διαστάσεις.

Δεν είναι όμως μόνο η έννοια του χρόνου που είναι άγνωστη σε μας. Είναι και η μορφή του. Είναι ευθύγραμμη η εξέλιξή του ή κυκλική; Ευθύγραμμη θα μας απαντήσουν σχεδόν όλοι όσοι ασχολούνται με την μελέτη των πολιτισμών και την εξέλιξη των ειδών. Αντίθετα κυκλική θα μας απαντήσουν όσοι ασχολούνται με την γεωργία και την Φυσική των μεγάλων αποστάσεων.

Αγνοούμε λοιπόν βασικές ιδιότητες του χρόνου. Παρ’ όλα αυτά ορίζουμε την χρονική αρχή και το χρονικό τέλος ενός φαινομένου. Ορίζουμε τον χρόνο που θα εκτελέσουμε κάτι και μάλιστα πολλές φορές γιορτάζουμε κάτι σε κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Αρχίσαμε λοιπόν να μετράμε τον χρόνο.

Η πρώτη μονάδα χρόνου που ανέπτυξε ο άνθρωπος ήταν αυτή του ημερονυκτίου. Έχοντας ως αφετηρία αυτή δημιούργησε πολλαπλάσιά της καθώς και υποπολλαπλάσια. Ένα από αυτά ήταν το (γήινο) Έτος. Η μονάδα αυτή συνδέθηκε αρχικά με τις γεωργικές ασχολίες και αργότερα με τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων όπως π. χ. της Σελήνης, της Αφροδίτης ή του Σείριου.

Ορίζοντας το Έτος ως μονάδα μέτρησης ή εκτέλεσης των δραστηριοτήτων μας καταφέραμε να συντονίσουμε τις ενέργειές μας ώστε να είναι λειτουργικές και ταυτόχρονα πιο αποδοτικές. Τέτοιες δραστηριότητες είναι οι γεωργικές ασχολίες, οι οικονομικές και πολιτικές πράξεις όπως και οι λατρευτικές.

Έτσι ο άνθρωπος όρισε το ημερολόγιο. Οι καθηγητές Στράτος Θεοδοσίου και Μάνος Δανέζης στο βιβλίο τους ‘Η Οδύσσεια των Ημερολογίων’ μας δίνουν τον ορισμό του Ημερολογίου ως εξής: «:Ως ημερολόγιο θεωρούμε κάθε σύστημα διαίρεσης του έτους το οποίο προσπαθεί να επιτύχει, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την εναρμόνιση της φυσικής διαίρεσης των κλιματολογικών εποχών με την κατά συνθήκη διάρκεια του εκάστοτε πολιτικού έτους».

Ο ορισμός αυτός εισαγάγει στην συζήτησή μας δύο ακόμη παραμέτρους. Η πρώτη είναι ότι το ημερολόγιο είναι μια συνθήκη ανθρώπων και η άλλη ότι αναφέρεται σε ‘πολιτικό’ έτος. ’ρα εκτός από το πολιτικό έτος – που είναι αυτό των ανθρώπινων δραστηριοτήτων – υπάρχουν και άλλα είδη, το τροπικό και το αστρικό έτος, που σε αυτό το κείμενο δεν θα αναφερθούμε. Από τα έτη αυτά μόνο το πολιτικό είναι ικανό να δημιουργήσει ημερολόγιο και για τον λόγο αυτό θα ασχοληθούμε μόνο με αυτό.

Τα ημερολόγια λοιπόν μετρούν χρόνο. Πότε αρχίζει όμως ο χρόνος αυτός; Οι διάφοροι λαοί ανάλογα με την μυθολογία τους, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους ή σημαντικά πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα όριζαν την έναρξη της χρονολόγησης. Σαν παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε την κτήση του Κόσμου ως έναρξη μέτρησης. Αυτή σύμφωνα με την εβραϊκή παράδοση είναι η 7η Οκτωβρίου του 3761 π.Χ ενώ σύμφωνα με την 6η Οικουμενική Σύνοδο η 1η Σεπτεμβρίου του 5509 π.Χ. ’λλο σημείο έναρξης των χρονολογιών ήταν αυτό της ίδρυσης της Ρώμης το οποίο καταργήθηκε τον 6ο μ. Χ. αιώνα και αντικαταστάθηκε με αυτό της γέννησης του Ιησού. Κάθε ημερολόγιο χαρακτηρίζεται από την κυκλικά επαναλαμβανόμενη μορφή του. Κατά συνέπεια έχει μια αρχή και ένα τέλος. Σήμερα γενικά θεωρείται η 1η Ιανουαρίου ως η αρχή κάθε έτους και η 31η 2εκεμβρίου ως το τέλος. Ήταν όμως πάντα έτσι;

Έχουμε ήδη αναφέρει ότι η μέτρηση του χρόνου και κατά συνέπεια η χρήση των ημερολογίων, προέκυψε από διάφορες πρακτικές ανάγκες, όπως αυτή της καλλιέργειας της γης ή της τέλεσης των θρησκευτικών καθηκόντων ενός λαού. Κατά συνέπεια και το ίδιο το ημερολόγιο είχε προκύψει με βάση διαφορετικά χαρακτηριστικά. Σαν παράδειγμα μπορούμε να πούμε ότι άλλη υποδιαίρεση θα είχε ένα ημερολόγιο που άνηκε σε λαό με ηλιακή θεότητα και άλλο σε λαό που λάτρευε την Σελήνη. Για τον ίδιο λόγο η αρχή και το τέλος ενός ημερολογίου ήταν πάντα διαφορετικά από λαό σε λαό.

Βρίσκουμε ημερολόγια που η αρχή τους σχετίζεται με την ’νοιξη και την έναρξη της ανάπτυξης στην Φύση ή την εαρινή ισημερία, άλλα που αρχίζουν με το χειμερινό ηλιοστάσιο και άλλα που σηματοδοτούν την 1η Σεπτεμβρίου ως αρχή τους. Είναι επίσης γεγονός ότι όλα τα ημερολόγια δεν είχαν την ίδια χρονική, με την έννοια των ημερονυκτίων, διάρκεια.

Αλλά και ο ίδιος λαός πολλές φορές δεν είχε το ίδιο ημερολόγια σε όλη την έκταση που αυτός κατοικούσε. Σαν παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε την αρχαία Ελλάδα όπου υπήρχαν διαφορετικά ημερολόγια από πόλη σε πόλη. Έτσι συναντάμε διαφορετικό ημερολόγιο στην Αττική, την Σπάρτη, την Βοιωτία, τους 2ελφούς, την 2ήλο, την Κρήτη, την Μακεδονία ή την Κύπρο. Η έναρξη όλων αυτών των ημερολογίων ήταν διαφορετική. Το αττικό ημερολόγιο άρχιζε στην πρώτη σελήνη μετά το θερινό ηλιοστάσιο, των Λακεδαιμονίων στην Φθινοπωρινή ισημερία και των Αιτωλών στο χειμερινό ηλιοστάσιο.

Σήμερα, όπως όλοι γνωρίζουμε, χρησιμοποιούμε το λεγόμενο Γρηγοριανό Ημερολόγιο. Αυτό θεωρεί την 1η Ιανουαρίου ως αρχή του έτους και υποδιαιρείται σε 12 μήνες των 30 κατά μέσω όρο ημερών έκαστος. Η πρωτοχρονιά όμως, όπως είδαμε, δεν συνέπιπτε πάντα με την 1η Ιανουαρίου. Οι αρχαίοι Ρωμαίοι είχαν πρωτοχρονιά την 1η Μαρτίου. Την ημέρα αυτή την είχε καθορίσει ο μυθικός Ρωμύλος ως αρχή του δικού τους πολιτικού έτους. Αργότερα αυτή αντικαταστάθηκε από την 1η Ιανουαρίου όταν τέθηκε σε ισχύ το ημερολόγιο του Νουμά. Ένας από τους λόγους της αντικατάστασης ήταν το γεγονός ότι την ημέρα αυτή, 1 Ιανουαρίου, ορκίζονταν οι Ύπατοι της Ρώμης.

Υπάρχει όμως και ένα αστρονομικό δεδομένο που ήταν ήδη γνωστό από τότε και είχε σχέση με την καθιέρωση της 1ης Ιανουαρίου ως ημέρα έναρξης του έτους. Η Γη βρίσκεται στο περιήλιο της τροχιάς της11 ημέρες μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Αν και όμως η ημέρα αυτή είχε καθιερωθεί ως εναρκτήρια από τότε (153 π.Χ.) χρειάστηκαν πολλοί αιώνες για να γίνει καθολικά αποδεκτή σε αυτούς που χρησιμοποιούν το ημερολόγιο αυτό.

Από την Χριστιανική εκκλησία θεωρήθηκε η έναρξη αυτή του έτους ως ειδωλολατρική. Για τον λόγο αυτό ορίστηκε η 25η Μαρτίου, ημέρα εορτής του Ευαγγελισμού, ως έναρξη του έτους και λόγω του γεγονότος ότι η ημέρα αυτή ήταν κοντά στην εαρινή ισημερία. Η επιλογή αυτή βέβαια δεν έτυχε της γενικότερης αποδοχής.

Το 312 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος καθιέρωσε για φορολογικούς λόγους τον 15ετή κύκλο των Ινδικτιώνων. Αυτός είχε ως αρχή του έτους την 1η Σεπτεμβρίου. Η Ινδικτιώνα έγινε αποδεκτή τόσο στην Ανατολή όσο και στην 2ύση. Την χρησιμοποιούσε μάλιστα και το Ανώτατο Δικαστήριο του παπικού κράτους μέχρι και την κατάκτησή του από τον Μεγάλο Ναπολέοντα το 1808. Αντίθετα η χριστιανική ανατολή την χρησιμοποιεί ακόμη και σήμερα για θρησκευτικούς λόγους.

Βλέποντας ο Πάπας Γρηγόριος ο 13ος ότι δεν χρησιμοποιούνται τα ίδια ημερολόγια σε όλα τα χριστιανικά εδάφη προέτρεψε τους Χριστιανούς να χρησιμοποιούν ένα κοινό ημερολόγιο, το οποίο πήρε το όνομά του, το οποίο είχε ως αρχή του έτους την 1η Ιανουαρίου. Αλλά δεν ήταν αρκετή η επιταγή του Πάπα για να γίνει κάτι τέτοιο αποδεκτό.

Σε πολλά ευρωπαϊκά βασίλεια υπήρχε παράδοση αιώνων που θεωρούσε διαφορετικές ημέρες ως αρχή του έτους. Στην Γερμανία και την Ισπανία η ημέρα αυτή ήταν η 25η 2εκεμβρίου επειδή την ημέρα αυτή γεννήθηκε ο Ιησούς. Στην Δημοκρατία της Βενετίας ως πρωτοχρονιά θεωρείτο η 1 Μαρτίου μέχρι και την κατάλυσή της το 1797. Στην Φλωρεντία και την Πίζα η 25 Μαρτίου ήταν πρώτη μέρα του έτους. Σχολιάζοντας το γεγονός αυτό οι 2ανέζης και Θεοδοσίου γράφουν: «Ο Βενετσιάνος ταξιδευτής και έμπορος που θα ξεκινούσε από την Βενετία την 1η Μαρτίου του 1250 μ.Χ. φτάνοντας στην Φλωρεντία θα βρισκόταν στο 1249, ενώ επισκεπτόμενος την Πίζα θα βρισκόταν στο 1251 μ. Χ. Στην συνέχεια εάν επισκεπτόταν την Προβηγκία θα βρισκόταν πάλι στο 1250, ενώ αν έφτανε στο Παρίσι πριν το Πάσχα που τυχόν θα έπεφτε τον Απρίλιο, θα γυρνούσε πάλι πίσω στο 1249, αφού η Γαλλία για ένα διάστημα θεωρούσε ως αρχή του νέου έτους την 1η Απριλίου ή την ημερομηνία του Πάσχα, μια αφετηρία του έτους που για ένα διάστημα ακολούθησε τόσο η Γερμανία όσο και η Ολλανδία.». Κάτι τέτοιο όπως αντιλαμβάνεστε δημιουργούσε πολλά προβλήματα.

Δεν σταματούσαν όμως στην κεντρική Ευρώπη τα παράδοξα των ημερολογίων και της αρχής του έτους. Επεκτείνονταν τόσο στην Αγγλία όσο και την ορθόδοξη ανατολή. Στην Αγγλία μέχρι τον 14ο αιώνα πρωτοχρονιά θεωρούσαν την 25η 2εκεμβρίου, ενώ μετά και μέχρι το 1752 την 25η Μαρτίου. Τότε υιοθέτησαν το Γρηγοριανό ημερολόγιο ορίζοντας την 1η Ιανουαρίου ως έναρξη του νέου έτους. Στην ορθόδοξη ανατολή μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα τα κράτη ακολουθούσαν το Ιουλιανό ημερολόγιο, το οποίο διαφέρει 13 ημέρες από το σωστότερο γρηγοριανό. Παρ’ όλα αυτά θεωρούσαν την 1η Ιανουαρίου ως αρχή του νέου έτους έστω και με καθυστέρηση.

Ακόμη όμως και σήμερα, η καθιέρωση της 1ης Ιανουαρίου ως αρχής του έτους δεν είναι αποδεκτή από όλα τα κράτη. Οι Εβραίοι, οι Κόπτες, οι Μουσουλμάνοι αλλά και άλλοι ορίζουν δικές τους ημέρες. Η πρωτοχρονιά επιβεβαιώνει την σχετικότητα του χρόνου και τις δυσκολίες που αυτός περιέχει και που συνοπτικά αναφέραμε στην αρχή της εργασίας αυτής.

Η αξία του ορισμού μίας ημέρας ως την πρώτη ημέρα του χρόνου δεν σταματά όμως στα πρακτικά πράγματα της καθημερινότητας και των αναγκών που προκύπτουν από αυτά. Έχει άμεση σχέση με την ψυχολογική διάσταση του ανθρώπου και την πρόοδο που αυτός επιτελεί σε ένα τομέα.

Όλοι οι άνθρωποι κάποια στιγμή της ζωής μας βάζουμε ένα στοίχημα με τον εαυτό μας ή τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μας. Αυτό το στοίχημα έχει σχέση με μια αλλαγή που θεωρούμε καλό να κάνουμε. Λέμε πολύ συχνά: ‘αύριο θα κόψω το τσιγάρο’, ‘την Δευτέρα θα ξεκινήσω δίαιτα’. Χρειαζόμαστε μια χρονική στιγμή, ένα χρονικό όριο για την προσπάθειά μας. Το πόσο το τηρούμε είναι άλλο θέμα και το κατά πόσο επιτυγχάνουμε τον στόχο μας ένα άλλο. Πάντως βάζουμε ένα χρονικό σημείο έναρξης της προσπάθειας.

Σε λίγες μέρες θα γιορτάσουμε την έναρξη ενός ακόμη γήινου πολιτικού έτους. Σε λίγες μέρες μια ακόμη Πρωτοχρονιά θα προστεθεί στις τόσες που έχουμε γιορτάσει. Και αυτή την φορά θα θέσουμε στόχους για την νέα περίοδο και θα ξεκινήσουμε με ζήλο να τους πραγματοποιήσουμε. Κάποιους θα τους κατακτήσουμε. ’λλους όχι. Εύχομαι οι πρώτοι να είναι περισσότεροι. Αν συμβεί αυτό θα λέμε στο τέλος αυτής της χρονιάς ότι ‘αυτή ήταν μια επιτυχημένη χρονιά’.

Στην φετινή πρώτη ημέρα της χρονιάς σας προτείνω να βάλετε έναν διαφορετικό στόχο σε σχέση με αυτούς που βάζατε, οι περισσότεροι, τα προηγούμενα χρόνια. Σας προτρέπω να βάλετε έναν στόχο που να έχει σχέση με τον ίδιο σας τον εαυτό. Την ίδια την πρόοδό σας στο μονοπάτι της γνώσης και την βελτίωσής του. Σας ζητώ να προσπαθήσετε να γνωρίσετε και να επικοινωνήσετε με τον πραγματικό Εαυτό σας. Τον Εσώτερο Εαυτό.

Όλοι οι άνθρωποι, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι, έχουν στην ύπαρξή τους ένα μικρό, ένα ελάχιστο τμήμα, από αυτή την άγνωστη ουσία που δημιουργήθηκε μαζί με το γνωστό μας Σύμπαν κατά την διάρκεια αυτού που οι επιστήμονες ονομάζουν Μεγάλη Έκρηξη. Αυτό το ‘κάτι’ που δεν γνωρίζουμε ακόμη τι πραγματικά είναι, σας προτρέπω να αρχίσετε να προσεγγίζετε. Αυτό το ‘κάτι’ ονομάζω Εσώτερο Εαυτό.

Δεν ανήκει σε μένα. Δεν ανήκει σε κάποιον άλλο. Δεν ανήκει καν στο είδος που ονομάζεται ‘’νθρωπος’. Ανήκει στην ίδια την Δημιουργία. Είναι η πρωταρχική αιτία της Δημιουργίας. Υπάρχει ταυτόχρονα στο κύτταρο, το έμβιο όν αλλά και σε αυτό που νομίζουμε ότι δεν έχει ζωή. Υπάρχει σε κάθε στοιχείο του Περιοδικού Πίνακα. Περιέχει όλη την Γνώση της Δημιουργίας γιατί αυτό το ‘κάτι’ είναι η Δημιουργία. Είναι αυτό που ενώνει κάθε στοιχείο στο Σύμπαν γιατί από αυτό αποτελείται τόσο ένας κόκκος σκόνης στη Γή όσο και ένας Γαλαξίας από τους πολλούς που υπάρχουν σε αυτό.

Ποιος είναι ο φορέας του και σε τι συνίσταται ο Εσώτερος Εαυτός δεν γνωρίζουμε. Ίσως φορέας του να είναι αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν 'Αρχέγονο Φως' ή Κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου. Ίσως να είναι η σκοτεινή ύλη ή η σκοτεινή ενέργεια. Το Μποζόνιο Χιγκς ή το Αιθερόνιο. Ίσως η ενοποιημένη ενέργεια που προέρχεται από την ένωση των τεσσάρων ήδη γνωστών (βαρύτητα, ασθενής και ισχυρά πυρηνική και ηλεκτρομαγνητισμός). Ίσως η ενέργεια που κινεί τις χορδές ή η πληροφορία. Ίσως κάτι που ακόμη δεν γνωρίζουμε.

Τι έχει να κερδίσει κάποιος όμως συντονιζόμενος με τον Εσώτερο Εαυτό. Πρώτα από όλα αντιμετωπίζει μια πραγματικότητα. Αντιλαμβάνεται ότι αυτός και ο κάθε άνθρωπος δεν είναι κάτι διαφορετικό, ένα προικισμένο και εξέχον πλάσμα. Είναι ένας κάτοικος ενός μικρού περιφερειακού πλανήτη που η εξαφάνισή του δεν θα προκαλέσει και πολύ μεγάλη αναστάτωση. Για τον λόγο αυτό γίνεται σεμνός και σέβεται το περιβάλλον του. Πολύ περισσότερο θα αντιληφθεί ότι δεν διαφέρει από τον συνάνθρωπό του και ότι μόνος δεν μπορεί να επιβιώσει σε αυτόν τον τόσο αφιλόξενο Κόσμο. Θα μεταβάλει άποψη ότι αυτός είναι ο ισχυρότερος, ο μεγαλύτερος και ο πλέον ικανός διότι αξία μετά από μερικά χρόνια δεν θα έχει ούτε η δύναμή του, ούτε η ισχύ του αλλά το Έργο του προς την Ανθρωπότητα που θα έχει αφήσει.

Τέλος θα συνειδητοποιήσει ακόμη περισσότερο ότι δεν είναι το αγαπημένο παιδί ενός θεού που κατοικεί στα ουράνια αλλά ένα δημιούργημα που πρέπει να γνωρίσει τον Εαυτό του και τον πραγματικό ρόλο του στην Δημιουργία. Μπορεί να είναι προικισμένος με λογική και διαίσθηση, να έχει ισχυρά εργαλεία που ονομάζονται Επιστήμες, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ μικρός για να συλλάβει το Όλο.

Για να τα συνειδητοποιήσει όλα αυτά και μερικά ακόμη πρέπει να κοιτάξει μέσα του. Ούτε ψηλά, ούτε γύρω του. Αυτό σας προτρέπω να βάλετε σαν στόχο την Πρωτοχρονιά αυτή. Ίσως να είναι ο πλέον δύσκολος στόχος αλλά σας εύχομαι να έχετε επιτελέσει μια μικρή, πολύ μικρή, πρόοδο στο τέλος του έτους. Είμαι σίγουρος ότι τότε θα πείτε και εσείς ότι: ‘’ξιζε τον κόπο’.

i Ο Γιώργος Μπουσούτας - Θανάσουλας είναι συγγραφέας και αρθρογράφος.

Back to top
Back to top