Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ

 Εισαγωγή

Η εργασία αυτή είναι μία προσπάθεια συσχέτισης του αρχαίου σκεπτικισμού με τη σύγχρονη φαινομενολογία και την υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική πρακτική. Αρχικώς θα εξετάσουμε εν συντομία το ιστορικό πλαίσιο μέσα από το οποίο αναδύθηκε ο αρχαίος σκεπτικισμός. Κατόπιν θα δούμε τα διάφορα είδη σκεπτικισμού όπως εξελίχθηκαν ανά τους αιώνες και τη βασική σκεπτική επιχειρηματολογία. Στη συνέχεια θα δούμε κάποιες βασικές διαφορές μεταξύ του αρχαίου, του μεσαιωνικού και του μοντέρνου σκεπτικισμού. Επίσης θα μελετήσουμε συγκριτικά ένα- δύο σημεία από τη φιλοσοφία του αρχαίου σκεπτικισμού και τη φαινομενολογία όπως αυτή αναπτύχθηκε κυρίως από τον Edmund Husserl και θα δούμε ποια τα σημεία σύγκλισης και απόκλισης. Τέλος θα δούμε τι μπορεί να προσφέρει ο αρχαίος σκεπτικισμός στην υπαρξιακή ψυχοθεραπευτική πρακτική. Η σκεπτική φιλοσοφία μπορεί να προσφέρει πάρα πολλά όσον αφορά την προσέγγιση του θεραπευόμενου από το θεραπευτή και τη στάση του δεύτερου στη θεραπευτική διαδικασία. Παράλληλα θα πρέπει να τονιστεί ότι ο αρχαίος σκεπτικισμός όπως και κάθε φιλοσοφικό σύστημα όταν εφαρμόζεται σε άλλο τομέα εμπεριέχει κάποιους περιορισμούς που χρέος μας έχουμε να ξεπεράσουμε.

Λίγα λόγια για την ελληνιστική εποχή και την ελληνιστική φιλοσοφία
Όταν μιλάμε για την ελληνιστική εποχή, μιλάμε για την περίοδο που αρχίζει με το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) και τελειώνει, συμβατικά, με την ήττα του Μάρκου Αντώνιου από τον Οκτάβιο στη ναυμαχία στο ’κτιο, το 31 π.Χ. (Long, 1987, σ. 17) ή κατά άλλους με την επίσημη εγκαινίαση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Αύγουστο το 27 π.Χ. (Brunschwig & Sedley, 2003, p. 151). Μιλάμε λοιπόν για μια περίοδο τριών αιώνων όπου εξέχουσα θέση στη φιλοσοφία δεν κατείχε ούτε ο Πλατωνισμός ούτε ο Αριστοτελισμός (Περιπατητική σχολή) αλλά τρία βασικά φιλοσοφικά ρεύματα, δηλαδή, ο Στωικισμός, ο Επικουρισμός και ο Σκεπτικισμός. Όλα αυτά τα συστήματα αναπτύχθηκαν μετά τον Αριστοτέλη (Long, 1987, σ. 17).
Κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής υπήρξε μία τεράστια εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού. Η Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο και η Αντιόχεια στη Συρία, πρωτεύουσες αντίστοιχα των βασιλείων των Πτολεμαίων και των Σελευκιδών εδραιώθηκαν από δύο από τους στρατηγούς του Μεγάλου Αλεξάνδρου? ιδρύθηκαν, δηλαδή, από Έλληνες (Long, 1987, σ. 18). Υπήρχε ένας κοινός πνευματικός πολιτισμός εμπλουτισμένος από επιρροές από διάφορους τόπους και μια κοινή γλώσσα, η κοινή. Υπήρχε μεγάλη πολιτιστική και οικονομική άνθιση. Από την άλλη υπάρχει μια άλλη ανάγνωση της περιόδου εκείνης, μια σύγχρονη ανάγνωση, που βλέπει στην εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού, την ριζική αλλαγή της έννοιας της πόλης, και την ανάδειξη των βασιλείων και της μοναρχίας, δηλαδή, την ελληνιστική εποχή, μια όχι και τόσο ηρωική περίοδο. Μερικοί σύγχρονοι ιστορικοί, θεωρούν ότι μια ηρωική ανάγνωση της περιόδου αυτής συνάδει με εποχές όπου η Δύση διήγε την αποικιοκρατική, για να μην πούμε ιμπεριαλιστική, της φάση και ήθελε να ερμηνεύει έτσι την κατάσταση εκείνη. Μια πιο σύγχρονη, και ίσως θα πρόσθετα μια πιο ρεαλιστική ή πιο ηττημένη ματιά, μιλά και για μια σκοτεινή πλευρά εκείνης της περιόδου, όπου οι ευκαιρίες υπήρχαν κυρίως για τους πλούσιους, όπου υπήρχε έντονος διαχωρισμός μεταξύ των Ελλήνων και των μη-Ελλήνων ακόμα και μέσα στις ίδιες πόλεις, όπου η φιλοσοφία, η σοφία και ο πολιτισμός των κατακτημένων λαών δεν έχαιρε ιδιαίτερου σεβασμού και όπου η προσπάθεια πολιτιστικής προσέγγισης ήταν μονομερής: από την πλευρά των κατεκτημένων. Στην όλη προβληματική προστίθεται το επί πλέον πρόβλημα ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ιστοριογραφικές πηγές από εκείνη την περίοδο, οπότε επαφιόμαστε κυρίως σε ερμηνείες των λίγων στοιχείων που έχουμε (Burstein, 1997). Σε κάθε περίπτωση ήταν μια περίοδος μεταβατική και ταραγμένη, όπου υπήρχαν δραματικές αλλαγές στις πολιτικές και οικονομικές δυναμικές σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Λίγο-πολύ ό,τι συμβαίνει και στην εποχή μας.
Η Αθήνα εξακολουθούσε να υπερέχει στη φιλοσοφία. Γενικά όμως υπήρξε μεγάλη πρόοδος στη φιλολογία, την αστρονομία και τη φυσιολογία. Εξ’ αιτίας αυτού, άρχισε να υπάρχει αυστηρότερος καθορισμός ορίων κάθε θέματος. Έτσι, με ένα τρόπο περιορίστηκε και η φιλοσοφία που διαχωρίστηκε σε λογική, φυσική και ηθική (Long, 1987, σ. 19 ; Suber, 2003, σ. 11). Επίσης, η φιλοσοφία δεν μπορούσε να μην ανταποκριθεί στις ανησυχίες μια τόσο μεταβατικής εποχής: έκανε μια στροφή από τον ανιδιοτελή στοχασμό, στη μέριμνα για την ασφάλεια του ατόμου. Η ισχυρή έμφαση στο άτομο, η έγνοια για την ανθρώπινη ευημερία, η πεποίθηση ότι υπάρχει μια «φύση» που σε γενικές γραμμές το άτομο μοιράζεται με την υπόλοιπη ανθρωπότητα είναι χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής (Long, 1987, p. 22). Βασικό ερώτημα των φιλοσόφων εκείνης της εποχής ήταν: τι είναι ευδαιμονία ή ευτυχία και πώς την κατακτά ο άνθρωπος; (Long, 1987, p. 25) Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής είχαν μεγάλη ανάγκη να βρουν την ταυτότητά τους και να καθοδηγηθούν ηθικά? υπήρχε ένα αίσθημα σύγχυσης. Ήταν μια εποχή μεγάλης πολιτικής αναταραχής (Brunschwig & Sedley, 2003, σ. 151). Γι’ αυτό ο Στωικισμός και ο Επικουρισμός βρήκαν γρήγορα οπαδούς. Παρουσίασαν μία έννοια του κόσμου και της ανθρώπινης φύσης που βασιζόταν σε εμπειρικές παρατηρήσεις, στο λογικό και στην αναγνώριση ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινές ανάγκες. Και τα δύο συστήματα ισχυρίστηκαν ότι η ευδαιμονία εξαρτάται από την κατανόηση του σύμπαντος και του τί σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος. Και τα δύο συστήματα είναι έντονα ανθρωποκεντρικά, δηλαδή, ο άνθρωπος είναι στο επίκεντρο του στοχασμού τους. Και τα τρία φιλοσοφικά ρεύματα (Στωικισμός, Επικουρισμός και Σκεπτικισμός) ήταν πεπεισμένα ότι οι εσωτερικές δυνάμεις του ανθρώπου, η λογική του μπορούν να δώσουν τη μόνη σταθερή βάση για μια ευτυχισμένη ζωή. Η έννοια της πόλης είναι πλέον σε δεύτερη μοίρα.
Μετά το θάνατο του Πλάτωνα η διεύθυνση της Ακαδημίας πέρασε στον ανιψιό του Σπεύσιππο. Ο Αριστοτέλης παρέμεινε μέλος αλλά δημιούργησε λίγο αργότερα τη δική του σχολή, το Λύκειο, που συχνά ονομαζόταν Περίπατος. Δεν θα υπεισέρθουμε στη λεπτομερή καταγραφή της ιστορίας της Ακαδημίας. Αρκεί να πούμε ότι οι Πλατωνιστές και οι Περιπατητικοί δεν μονοπώλησαν ποτέ την ελληνική φιλοσοφία και οι νέες σχολές κυρίως των Στωικών και των Επικούρειων τους ξεπέρασαν γρήγορα σε επιρροή (Long, 1987, p. 29). Μάλιστα, η λάμψη της Ακαδημίας είχε αρχίσει να ξεθωριάζει μέχρι το 265 π.Χ. όπου ο Αρκεσίλαος της έδωσε πνοή και την έστρεψε από το δογματισμό στον σκεπτικισμό. Εδώ πρέπει να πούμε ότι λίγα έχουν διασωθεί από τα έργα της περιόδου αυτής. Λίγα έχουν διασωθεί από τον Επίκουρο και κανένα ολοκληρωμένο έργο από τους Στωικούς της πρώτης περιόδου. Η γνώση μας για τον Καρνεάδη, που ήταν σκεπτικός, είναι και αυτή από δευτερεύουσες πηγές. Γνωρίζουμε κυρίως το γενικό περίγραμμα των σχολών αυτών. Συχνά λείπουν οι λεπτομέρειες και τα επιχειρήματα. Από αυτή την άποψη ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση διότι διασώθηκαν τα περισσότερα έργα τους. Όμως δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τις τρεις σχολές της ελληνιστικής περιόδου. Μεγάλο μέρος από τις μαρτυρίες έρχεται από συγγραφείς που έγραψαν αιώνες μετά. Αυτό κάνει την μελέτη τους πολύ δύσκολη, δυσπρόσιτη και ίσως βαρετή: χρειάζεται προσεκτική σύγκριση των πηγών και αξιολόγησή τους και αυτό είναι μόνο η προκαταρκτική εργασία. Η απώλεια βασικών συγγραμμάτων είναι σχεδόν ολοκληρωτική και αυτό είναι και μια μεγάλη απώλεια και για τη φιλοσοφία (Long, 1987, pp. 29-32).
Σε γενικές γραμμές, εκτός από αυτά που ήδη ειπώθηκαν γι’ αυτές τις σχολές, να προσθέσουμε ότι οι Στωικοί, που έχουν πιο πολλά κοινά με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, έκαναν περισσότερη αυτοκριτική από τους Επικούρειους και επεξεργάστηκαν διεξοδικά τη λογική μετατρέποντας το Στωικισμό σε τεχνική φιλοσοφία. Οι στωικοί και οι επικούρειοι ασκούσαν κριτική ο ένας στον άλλο και με τη σειρά τους δέχτηκαν κριτική από τον ακαδειμικό σκεπτικισμό. Οι επιρροή των ακαδειμικών σκεπτικών όμως ήταν περιορισμένη. Πιο μεγάλη επιρροή άσκησαν τα άλλα δύο ρεύματα που από τη μια προσέφεραν στον ελληνιστικό κόσμο συμπαγείς θέσεις και ένα σύνολο κανόνων συμπεριφοράς από την άλλη όμως έγιναν δογματικοί στην προσπάθειά τους αυτή και έγιναν η αιτία να διαχωριστεί η φιλοσοφία από την επιστήμη. Οι φιλόσοφοι εκείνης της περιόδου χάραξαν ένα καινούργιο μονοπάτι. Ο περιορισμός της φιλοσοφίας στην φυσική, τη λογική και την ηθική έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της σκέψης όσον αφορά το υλισμό, τον εμπειρισμό και το νατουραλισμό αντίστοιχα (Suber, 2003, σ. 10). Όσον αφορά τον υλισμό, επιγραμματικά να πούμε ότι ήταν η γενική τάση[1] στην ελληνιστική φυσική και ήταν η απόρριψη της πίστης στην ύπαρξη ασώματων οντοτήτων. Η απόρριψη δεν ήταν φυσικά απόλυτη αλλά ήταν η ισχύουσα θέση. Συνέπεια αυτού: π.χ. η απόρριψη των πλατωνικών «Ιδεών». Όσον αφορά τον εμπειρισμό, αποτελεί εξέλιξη του εμπειρισμού του Αριστοτέλη και απορρίπτει τη γνωσιολογία του Πλάτωνα. Είναι μια βαθιά και αδιάλλακτη πίστη στην αλήθεια των πληροφοριών που μας δίνουν οι αισθήσεις. Αυτή την ακαμψία πολέμησαν οι σκεπτικοί όπως θα δούμε παρακάτω. Τέλος, ο νατουραλισμός που σχετίζεται με την ηθική, όπως είπαμε, έχει να κάνει με την πεποίθηση ότι μια ορθή φιλοσοφία περί του ευ ζην πρέπει να βασίζεται σε μια σαφή και ακριβή κατανόηση της φύσης του ανθρώπου. Υπάρχει έμφαση στην πεποίθηση ότι η ανθρώπινη ψυχή είναι κυρίως μια λογική οντότητα και υποβάθμιση της επιθυμητικής φύσης του ανθρώπου (που υποστηριζόταν ως σημαντική και από τον Πλάτωνα και από τον Αριστοτέλη). Για τους ελληνιστές ο λόγος και μόνον ο λόγος είναι υπεύθυνος για την ευτυχία ή τη δυστυχία μας. Εδώ μπορούμε να κάνουμε ένα σχόλιο κοινωνιολογικού χαρακτήρα και να πούμε ότι αυτή η πλήρης απόρριψη της σπουδαιότητας των εξωτερικών παραγόντων και του ά-λογου μέρους του ανθρώπου αντανακλά την ανάγκη των ανθρώπων της εποχής να πιαστούν από κάπου, από μια σταθερά. Από την άλλη μπορούμε να απλώς να πούμε ότι βλέπουμε σ’ αυτή τη θέση την ανάπτυξη ενός «σωκρατισμού» (Suber, 2003, σσ. 10-14).

Το πού βρίσκονταν οι σκεπτικοί σε σχέση με όλα αυτά και το τι πρέσβευαν θα το δούμε αμέσως τώρα.

Αρχαίος Σκεπτικισμός

Γενικά
«Σκεπτικισμός είναι η ικανότητα να βρίσκει κανείς με οποιοδήποτε τρόπο αντιθέσεις ανάμεσα στα φαινόμενα και στις κρίσεις: με το Σκεπτικισμό, εξ’ αιτίας της ‘ισοδυναμίας’ (ισοσθένεια) που χαρακτηρίζει αντίθετα μεταξύ τους πράγματα και επιχειρήματα, φτάνουμε πρώτα στην εποχή και από κει στην ‘ψυχική ηρεμία’ (αταραξία)»
(Σέξτος Εμπειρικός στο Long, A.A., 1987, σ. 129)
Για οποιαδήποτε πεποίθηση υπάρχει και μία αντίθετη. Υπάρχει, επίσης, και η θέση της αβεβαιότητας και της αδιαφορίας. Ο σκεπτικισμός εξετάζει όλη αυτή τη γκάμα. Δυστυχώς, σε μια κουλτούρα που έχει ανάγκη από βεβαιότητες, ο όρος θεωρείται μειωτικός. Εγείρει θυμό και αντιδράσεις. Πολλοί αντιπαθούν τον σκεπτικισμό. Ας δούμε όμως τι λέει.
Ο σκεπτικισμός λέει κάτι πολύ απλό: δεν απορρίπτει, ούτε αμφισβητεί ούτε αρνείται οποιαδήποτε θεωρία ή πεποίθηση. Τις εξετάζει όλες. «Σκέψις» σημαίνει εξέταση, διαλογισμός, έρευνα και οι Σκεπτικοί ονομάστηκαν έτσι όχι γιατί αμφέβαλλαν ή διότι αρνούνταν ή επειδή εναντιώνονταν σε θεωρίες αλλά, επειδή διερευνούσαν ακατάπαυστα. Σκεπτικός σημαίνει «αυτός που εξετάζει μέσω της νόησης».

Η φράση που τους χαρακτήριζε;
«Προσωπικά και προς το παρόν δεν το γνωρίζω. Το διερευνώ». Αυτή η φράση σημαίνει τρία βασικά πράγματα: Α) Ο Σκεπτικός μιλά μόνο για τον εαυτό του και για τη δική του άγνοια. Β) Τοποθετεί την άγνοιά του στο παρόν. Γ) Ερευνά την αλήθεια, ελπίζει ότι στο μέλλον θα τη βρει. Δεν μένει ικανοποιημένος με την άγνοιά του. Ο Σκεπτικός είναι ο άνθρωπος που παραδέχεται ανοιχτά ότι δεν ξέρει. Αναζητά τη γνώση και προς το παρόν δεν τη βρίσκει. Ως εκ τούτου παραμένει ερευνητής. Παράλληλα θεωρεί ανέντιμο να ισχυριστεί ότι γνωρίζει ενώ δεν γνωρίζει (Suber, 2003, σ. 23). Οι σκεπτικοί δεν κατέληγαν σε βεβαιότητες αλλά διερευνούσαν ακατάπαυστα. Έβλεπαν με επιφύλαξη κάθε τι που συνιστά πεποίθηση ή απόλυτη βεβαιότητα (δόγμα) και απέφευγαν να πάρουν θέση ή να αποφανθούν για οτιδήποτε.
Παρ’ όλο που ένας σκεπτικός δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι η άγνοια είναι καλύτερη από τη γνώση (δεν το γνωρίζει), δεν την αγαπά. Αγαπά την αλήθεια και φοβάται το λάθος. Αυτό είναι βασικό χαρακτηριστικό του Σκεπτικού (Suber, 2003, σ. 24).
Γιατί τόση λαχτάρα για την αλήθεια; Διότι αυτή θα φέρει την ευτυχία. Στόχος του Σκεπτικισμού είναι η ψυχική ηρεμία, η ευδαιμονία ή η αταραξία όπως υποστηρίζουν.
Μιλήσαμε παραπάνω για πεποιθήσεις και για δόγματα. Η λέξη ‘δόγμα’ σημαίνει γνώμη, πεποίθηση, θεωρία, έννοια, απόφαση, κρίση ή δημόσιο θέσπισμα (Suber,2003, σ. 35). Οι δογματικοί είναι βέβαιοι ότι η γνώση είναι εφικτή. Είναι βέβαιοι ότι κατέχουν μια γνώση. Για να είναι κανείς δογματικός δεν χρειάζεται να νομίζει ότι κατέχει τη γνώση με απόλυτη βεβαιότητα ή ότι τα πάντα μπορούν να γίνουν γνωστά [όπως θεωρούσε ο Χέγκελ (Georg Wilhelm Friedrich Hegel)]. Αρκεί να πιστεύει ότι σχετικά πολύ λίγα μπορούν να γίνουν γνωστά [όπως θεωρούσαν ο Χιουμ (David Hume) και ο Καντ (Immanuel Kant)]. Ο δογματικός δεν χρειάζεται να είναι ερευνητής. Δογματικός είναι όποιος έχει οποιαδήποτε πεποίθηση. Για τον Σέξτο αρκεί να υποστηρίζει ότι τουλάχιστον μία πρόταση αληθεύει ( Suber, 2003, σ. 35). Η έννοια παίρνει μειωτική σημασία όταν θέλει να καταδείξει ανθρώπους που παρουσιάζουν τις αλήθειες τους χωρίς προηγούμενη σκέψη, χωρίς επιχειρηματολογία, χωρίς αποδείξεις. Αυτό ακριβώς πολεμούσαν όλοι ανεξαιρέτως οι σκεπτικοί.
Ο δογματικός λοιπόν ισχυρίζεται ότι κατέχει κάποια αλήθεια. Ο σκεπτικός αναστέλλει την κρίση του. Δεν τοποθετείται διότι περιμένει μέχρι να βεβαιωθεί, πράγμα που μπορεί να μη συμβεί ποτέ. Η αναστολή της κρίσης ονομάζεται εποχή και είναι αυτή και όχι η άρνηση ή η αμφισβήτηση που είναι η χαρακτηριστική στάση του σκεπτικού (Suber, 2003, σ. 37). Η λέξη ‘εποχή’ σημαίνει ανακόπτω, διακόπτω, αναστέλλω, σταματώ ή παύω κάποια δραστηριότητα που διαφορετικά ή κανονικά θα συνεχιζόταν. Οι Σκεπτικοί χρησιμοποιούσαν τη λέξη για τη διατύπωση κρίσης, ενώ αλλού οι Έλληνες τη χρησιμοποιούσαν για το φως του ήλιου (στη διάρκεια εκλείψεων), για τη εμμηνόρροια (στη διάρκεια της εγκυμοσύνης), για την αποπληρωμή χρέους (παράλειψη πληρωμής), για τις μουσικές δονήσεις μιας χορδής (στο νεκρό σημείο δόνησης) και για το πέρασμα του χρόνου (στις μεταβατικές φάσεις ή τις ‘εποχές’)(Suber, 2003, σ. 37). Η εποχή, επειδή δηλώνει τη στάση μιας δραστηριότητας που αλλιώς θα συνεχιζόταν υπονοεί μία κατάσταση αναμονής έως ότου διατυπωθεί μια κρίση. Η εποχή διαφέρει από την αμφιβολία καθώς η δεύτερη υποδηλώνει μια κλίση προς την άρνηση.
Μελετώντας όμως όλες τις θέσεις , οι σκεπτικοί είδαν ότι είναι ισοδύναμες με τις αντίθετές τους και ότι σε καμία δεν μπορούσαν να καταλήξουν με βεβαιότητα. Η θέση ότι μπορούμε να βασιστούμε στις αισθήσεις μας για να γνωρίζουμε, είναι κατά τους σκεπτικούς λανθασμένη διότι οι αισθήσεις μας πολλές φορές μας δίνουν ψευδείς πληροφορίες. Δεν μπορούμε ούτε να βασιστούμε σε εσωτερικές ενδείξεις (βλέπε νόηση) διότι μπορεί να μας παραπλανήσουν. ’ρα συνεχίζουμε να ερευνούμε.
Συμπερασματικά: ψάχνοντας αρχικώς ένα κριτήριο για την αλήθεια και την πλάνη, προχώρησαν στην εποχή, μια στάση διαρκούς αναμονής, (στην οποία κατέληγαν εξ’ αιτίας του ασυμβίβαστου μεταξύ φαινομένων και κρίσεων) και από κει κατέληξαν, κατά τύχη όπως ισχυρίζονται, στην αταραξία και στη συνεχή διερεύνηση. Να σημειώσουμε ότι ο αρχαίος σκεπτικισμός ήταν κυρίως μία εφαρμοσμένη φιλοσοφία (Long, 1987, σ. 129 ; Critchley, 2009, σ. 120). Ως εκ τούτου μπορούμε να πούμε ότι αυτός που ισχυρίζεται ότι βρήκε την αλήθεια είναι δογματικός. Αυτός που αρνείται ότι μπορεί να την ανακαλύψει ονομάζεται ακαδειμικός και αυτός που συνεχίζει να ψάχνει είναι ο πυρρώνειος σκεπτικός.

Ας τα δούμε όλα αυτά πιο αναλυτικά.

Πυρρώνειος Σκεπτικισμός: Πύρρων, Τίμων

Πύρρων
Ο σκεπτικισμός ξεκινά με τον Πύρρωνα. Ήταν σύγχρονος του Επίκουρου αλλά μεγαλύτερος. Δεν έγραψε τίποτα. Ξέρουμε πολύ λίγα για εκείνον και το έργο του κυρίως μέσω του μαθητή του Τίμωνα του Φλιάσκιου, ο οποίος και έκανε γνωστή τη διδασκαλία του. Όμως η πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση του Πύρρωνα γίνεται αιώνες αργότερα από τον Σέξτο Εμπειρικό. Για τη ζωή του πάλι ξέρουμε πολύ λίγα. Γεννήθηκε στη Ήλιδα, στα βορειοδυτικά της Πελοποννήσου, γύρω στο 365 π.Χ. Ταξίδεψε με το Μέγα Αλέξανδρο και έφτασε μέχρι την Ινδία όπου εκεί γνώρισε τους «γυμνοσοφιστές», τους Ινδούς γυμνούς ασκητές. Ήρθε σε επαφή με εντελώς διαφορετικά έθιμα και με μια στοχαστική φιλοσοφική παράδοση εντελώς διαφορετική από την ελληνική. Φημολογείται ότι πέθανε στην ηλικία των 90 χρόνων (Long, 1987, σ. 131-132 ; Critchley, 2009, σ. 119 ; Suber, 2003, σ. 26). Έζησε τον κατακερματισμό της φιλοσοφίας. Έζησε σε μια ταραγμένοι εποχή και πολλοί υποστηρίζουν ότι ο σκεπτικισμός του αντανακλά την ατμόσφαιρα της εποχής του. Μπορεί αυτό να είναι αλήθεια αλλά δεν παύει η φιλοσοφία του να έχει μια αυταξία. Έχει μια φιλοσοφική βάση δεν έχει μόνο κοινωνικοπολιτικές αιτίες (Suber, 2003, σ. 26-27).
Έχοντας έρθει σε επαφή με πολλές φιλοσοφικές θεωρίες, ο Πύρρων παρατήρησε ότι η κάθε μια είχε επιχειρήματα που ανέτρεπαν την άλλη. Έψαχνε για ένα κριτήριο για την αλήθεια. Παραδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να επιλέξει ανάμεσα στις θεωρίες ούτε να καταλάβει ποια έλεγε την αλήθεια, ούτε να βρει κάποιο κριτήριο που θα τον βοηθούσε να επιλέξει. Με αυτή την ομολογία, και αφού αποφάσισε να επέχει, γαλήνεψε ο νους του. Παραδέχτηκε την άγνοιά του και ηρέμησε.

Τίμων
Ένας χορευτής που αργότερα έγινε φιλόσοφος και που ονομαζόταν και ‘Κύκλωψ’ διότι ήταν μονόφθαλμος (Critchley, 2009, σ. 118). Γραφική φιγούρα, για πολλούς. Έγραψε τους Σίλλους στους οποίους παρουσιάζει και υποστηρίζει τη θεωρία του Πύρρωνα. Ο Τίμων είπε ότι για να είναι κανείς ευδαίμων πρέπει να λάβει υπ’ όψιν του τρία προβλήματα: πρώτο: τι είναι στην πραγματικότητα τα πράγματα? δεύτερο ποια στάση θα πρέπει να υιοθετήσουμε απέναντί τους? και τέλος τι θα προκύψει από μια τέτοια στάση. Κατέληξε στο ότι είναι εξ’ ίσου αδύνατο να διακρίνουμε, να μετρήσουμε και να κρίνουμε τα πράγματα (αδιάφορα, αστάθμητα, ανεπίκριτα). Ούτε τα δεδομένα των αισθήσεών μας ούτε οι κρίσεις μας είναι αληθείς ή ψευδείς. Δεν πρέπει λοιπόν να στηριζόμαστε σε αυτές αλλά να αποφεύγουμε να διατυπώνουμε κρίσεις και να μην είμαστε κατηγορηματικοί. Έτσι πρώτα φτάνουμε στην άρνηση να διατυπώσουμε ισχυρισμούς (αφασία) και μετά στην ψυχική ηρεμία (αταραξία) (Brunschwig & Sedley, 2003, σ. 153 ; Long, 1987, 137).
Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης υποστήριζαν ότι μπορούμε να μάθουμε τη φύση των πραγμάτων. Ο Πύρρων και οι πυρρώνειοι έθεσαν το ερώτημα: τι είναι στην πραγματικότητα τα πράγματα; Και απάντησαν: είναι αδύνατον να το γνωρίζουμε. Η αισθητηριακή αντίληψη μας δείχνει αυτό που φαίνεται. Το τι είναι τα πράγματα (το ον) δεν το ξέρουμε. Υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ της πρότασης «το χ μου φαίνεται ότι είναι ψ» και της πρότασης «το χ είναι ψ» (Long, 1987, σ. 140). Οι πυρρώνειοι δεν αρνούνται ότι έχουμε αισθητηριακές εμπειρίες. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μεταξύ αισθητηριακών δεδομένων και αντικειμένων. Το πρόβλημα βρίσκεται μεταξύ των φαινομένων, δηλαδή των αντικειμένων όπως τα αντιλαμβανόμαστε, και της φύσης των αντικειμένων αυτών ανεξάρτητα από την αντίληψή μας. Οι πυρρωνιστές δεν αντικρούουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα ή όπως προτιμάνε να λένε: τον τρόπο που ‘τα πράγματα φαίνονται σε μας’. Αντικρούουν τους ισχυρισμούς ότι μπορούμε να γνωρίζουμε πώς είναι τα πράγματα. Τα φαινόμενα φαίνονται. Τι βρίσκεται όμως πίσω από τα φαινόμενα; Τι τα δημιουργεί; Ποια η πραγματική φύση των φαινομένων και του φαίνεσθαι; Δεν γνωρίζουμε. Είναι θέματα ανοιχτά προς συζήτηση και για τα οποία ο σκεπτικός αναστέλλει την κρίση του (Suber, 2003, σ. 66)
Προσοχή: ο πυρρώνειος αναστέλλει την κρίση του μόνο αφού εξετάσει διεξοδικά όλες τις προτάσεις. Αφού εξετάσει τα επιχειρήματα με γνώμονα τη λογική και στην περίπτωση που δεν καταφέρει να βρει εκεί την αλήθεια (όπου αλήθεια βλέπε βεβαιότητα), τότε μόνο καταλήγει στην άγνοια που όμως πλέον είναι μια άγνοια εν γνώσει (όχι όπως η άγνοια που υποθέτουμε ότι έχουν οι σκύλοι και οι πέτρες). Και η εν γνώσει άγνοια είναι ταπεινότητα, σεμνότητα, εντιμότητα, είναι το αντίθετο της προκατάληψης η βάση κάθε γνήσιας έρευνας[2]. Ο πυρρώνειος παραδέχεται ότι δεν γνωρίζει, παραδέχεται ότι τόσο οι αισθητηριακές μας προσλαμβάνουσες όσο και η νόησή μας δεν είναι αξιόπιστες ταυτόχρονα όμως επιζητά την γνώση (με την έννοια της απόλυτης βεβαιότητας) σαν να ήταν εφικτή. Ελπίζει ότι είναι εφικτή. Βλέπει ότι οι αποδείξεις ισορροπούν και ότι καταργεί η μία την άλλη, καταλαβαίνει ότι δεν ξέρει ποια από αυτές λέει την αλήθεια και τότε και μόνο τότε αναστέλλει την κρίση του. Αυτή την ισορροπία μεταξύ των προτάσεων, οι σκεπτικοί την ονομάζουν ισοσθένεια, μια έννοια κεντρική στη φιλοσοφία τους (Suber, 2003, σσ. 40-42).
«Η ισοσθένεια είναι η προφανής ισορροπία βεβαιότητας, πιθανότητας, ευλογοφάνειας, αξιοπιστίας και λογικότητας δύο ή περισσότερων συγκρουόμενων ιδεών ή η προφανής ισορροπία αβεβαιότητας, απιθανότητας, ατοπίας, αναξιοπιστίας και παραλογισμού».
(Suber, 2003, σ. 40)

Τελικά, οι πυρρώνειοι καταλήγουν μονίμως σε ένα μόνο ασφαλές συμπέρασμα: τα φαινόμενα φαίνονται. Και αυτό ακόμα στους ‘καθαρόαιμους’ πυρρώνειους δεν αποτελεί πεποίθηση. Δεν αντιτίθενται στα ίδια τα φαινόμενα αλλά στις ερμηνείες που δίνονται για τα φαινόμενα.

Ακαδημεικός Σκεπτικισμός: Αρκεσίλαος, Καρνεάδης
Οι ακαδειμικοί σκεπτικοί ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν τίποτα στον Πύρρωνα και ότι βασίζονται στον Σωκράτη και τον Πλάτωνα (Long, 1987, σ. 132 ; Suber, 2003, σ. 15). Οι Στωικοί τους κορόιδευαν γι’ αυτή τους την άρνηση να δουν πόσο κοινές ήταν οι θέσεις τους με αυτή του Πύρρωνα. Ονομάζονται ακαδειμικοί διότι ανήκαν στην πλατωνική Ακαδημεία.
Η βασική τους διαφορά με τους πυρρώνειους σκεπτικούς είναι ότι ενώ οι πυρρώνειοι δεν αρνούνται ότι η γνώση είναι εφικτή, μάλιστα το ελπίζουν, οι ακαδειμικοί πιστεύουν ότι η γνώση είναι ανέφικτη ή είναι απαισιόδοξοι για το αν θα καταφέρουν να βρουν την αλήθεια. Αυτή τους η πεποίθηση, που μερικές φορές μοιάζει με δόγμα, τους κάνει ευάλωτους στην κατηγορία ότι όχι μόνο γίνονται δογματικοί αλλά τελικά έχουν κατακτήσει ήδη μια γνώση (ότι δηλαδή η γνώση είναι ανέφικτη) πράγμα που οδηγείς το κυκλικό επιχείρημα ότι η γνώση είναι εφικτή. Και μερικοί όντως ενστερνίστηκαν την ιδέα ότι το μόνο που μπορούμε να γνωρίζουμε είναι ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε (Suber, 2003, σ. 31-32). Από την άλλη, οι Ακαδειμικοί έδειξαν μεγαλύτερη ελαστικότητα από τους Πυρρώνειους λέγοντας ότι κάποιες προτάσεις είναι πιο πειστικές (πιθαναί) από άλλες, βάζοντας έτσι μέσα στο συλλογισμό τους της έννοια της πιθανότητας.

Αρκεσίαλαος
Ήταν γνωστός για τη διαλεκτική του (Long, 1987, σ. 149). Χρησιμοποιούσε πολύ τη σωκρατική μέθοδο. Πολέμησε τη στωική φιλοσοφία αναπτύσσοντας εξαιρετικά επιχειρήματα βασισμένος στη σκεπτική λογική όπως την έχουμε αναφέρει ως τώρα. Προκάλεσε επίσης και τους άλλους δογματικούς, δηλαδή τους Επικούρειους ωθώντας έτσι και τα δύο αυτά φιλοσοφικά ρεύματα να ξανασκεφτούν και βελτιώσουν την επιχειρηματολογία τους.

Καρνεάδης
’σκησε και αυτός κριτική στους Στωικούς. Προχώρησε περισσότερο από τον Αρκεσίλαο διότι ανέπτυξε μια θεωρία ‘πιθανότητας’. Εν συντομία είπε, ότι ενώ δεν μπορούμε να πούμε αν οι αισθητηριακές εντυπώσεις είναι αληθείς ή ψευδείς, εν τούτοις υπάρχουν εντυπώσεις που είναι δυνατόν να διακριθούν ως πιθανές ή φαινομενικά αληθείς ή μη πιθανές ή φαινομενικά ψευδείς. Πιθανό σημαίνει στη κυριολεξία ‘πειστικό’ ή ‘αξιόπιστο’. Εισήγαγε λοιπόν το κριτήριο του βαθμού αξιοπιστίας. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες δεχόμαστε τις αισθητηριακές εντυπώσεις δείχνουν και το βαθμό αξιοπιστίας αυτών των εντυπώσεων. Αξιοπιστία και διαύγεια είναι δυο κριτήρια με τα οποία μπορούμε να κρίνουμε τις αισθητηριακές μας εντυπώσεις. Και όταν πρόκειται για την ευδαιμονία μας ο έλεγχος της πιθανότητας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν αυστηρότερος (Long, 1987, σ. 163). Το βασικό που είπε ο Καρνεάδης ήταν: ο κόσμος μπορεί να είναι τελείως διαφορετικός από ότι τον αντιλαμβανόμαστε. Είναι δυνατόν να είναι κρίσεις αληθείς ή ψευδείς με την προϋπόθεση ότι η αλήθεια και το ψεύδος αναφέρονται στον κόσμο όπως τον παρατηρούμε και όχι στον κόσμο καθ΄ αυτόν (Long, 1987, σ. 165). Ανέπτυξε εξαιρετικά επιχειρήματα σε σχέση με τη στωική και επικούρεια θεολογία κα την ελεύθερη βούληση[3]. Διέκρινε έννοιες της αναγκαιότητας που ούτε ο Αριστοτέλης ούτε οι Στωικοί μπόρεσαν να κάνουν. Όσον αφορά τη δικαιοσύνη (έννοια που απασχόλησε τόσο τον Πλάτωνα, όσο και τον Αριστοτέλη, όσο και τους Στωικούς), ο Καρνεάδης έκανε πρώτος το διαχωρισμό μεταξύ δικαιοσύνης και φρόνησης. Ήταν ένας διακεκριμένος φιλόσοφος και έχει ειπωθεί ότι αν τον είχαν διαδεχτεί άνθρωποι ανάλογου αναστήματος η φιλοσοφία τα επόμενα εκατό χρόνια θα ήταν εντελώς διαφορετική (Long, 1987, σ. 175).

Νεοπυρρωνισμός-‘Υστερος Πυρρωνισμός: Αινησίδημος, Σέξτος Εμπειρικός

Η σκεπτική τους δραστηριότητα είχε ένα σαφή ηθικό στόχο: την ελευθερία από κάθε ψυχική ταραχή, καθώς επίσης και τη διαφύλαξη της ελευθερίας από τα δογματικά δεσμά (Suber, 2003, σ. 17). Επίσης οργάνωσαν καλύτερα τα επιχειρήματα και τη φιλοσοφία των σκεπτικών (απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε, βέβαια, διότι λείπουν πάρα πολλές πρωτογενείς πηγές).

Αινησίδημος
Ο Αινησίδημος κατέγραψε 10 τρόπους με τους οποίους ο σκεπτικός ελέγχει τα επιχειρήματα ψάχνοντας για την αλήθεια. Είναι τόσο δύσκολο να ξεφύγει κανείς από την εξέταση αυτή που για πολλούς το έργο του αυτό είναι μια εγκυκλοπαίδεια της άρνησης. Εξολοθρεύουν κανονικά τις πεποιθήσεις μας. Είναι μία επίθεση σε κάθε ισχυρισμό γνώσης και βεβαιότητας.

Αναφέρουμε επιγραμματικά τους Τρόπους του (Vogt, 2010):
1. Επιχειρήματα που έχουν να κάνουν με αντιληπτικές διαφορές μεταξύ διαφόρων ειδών ζώων.
2. Επιχειρήματα που έχουν να κάνουν με αντιληπτικές διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.
3. Επιχειρήματα που βασίζονται σε αισθητηριακές διαφορές και στην πολυπλοκότητα των αντιληπτικών αντικειμένων.
4. Επιχειρήματα που βασίζονται σε καταστάσεις ( π.χ. ηλικία, συναισθήματα)
5. Επιχειρήματα που βασίζονται σε χωροταξικές αντιλήψεις
6. Επιχειρήματα που βασίζονται σε μίξεις (π.χ. αέρας και υγρασία, φυσιολογία της σκέψης, φυσιολογία των αντιληπτικών οργάνων)
7. Επιχειρήματα που βασίζονται στη σύνθεση των αντικειμένων που παρατηρούμε
8. Επιχειρήματα που σχετίζονται με τη σχετικότητα ( π.χ. των περιστάσεων, της κρίσης μας)
9. Επιχειρήματα που βασίζονται στη συνέχεια ή τη σπανιότητα της εμφάνισης ενός φαινομένου
10. Επιχειρήματα που βασίζονται σε έθιμα, αξίες, πεποιθήσεις, κ.τ.λ.

Αυτοί οι τρόποι φέρνουν τους ομιλητές αντιμέτωπους με παράδοξα που τους βυθίζουν στην αβεβαιότητα. Π.χ. το παράδοξο του κριτηρίου: μερικοί δογματικοί λένε ότι υπάρχει κριτήριο για την αλήθεια, άλλοι όχι. ’ρα πρέπει πρώτα να αποφασιστεί αν υπάρχει κριτήριο και μετά ποιο είναι αυτό. Το να αποφασίσουμε ποιο κριτήριο είναι αληθινό θα μας οδηγήσει σε ένα άλλο κριτήριο να για να πάρουμε μια τέτοια απόφαση. Και αυτό σε άλλο, ad infinitum. Είναι μια κυκλική συλλογιστική ή η εις άπειρον εκβολή, όπως ονομάζεται. Συμπέρασμα; Αν κανένα κριτήριο δεν είναι βέβαιο, καμιά πρόταση δεν είναι βέβαιη. ’λλο παράδοξο είναι αυτό της απόδειξης: Το συμπέρασμα είναι αληθές μόνο αν οι προκείμενες είναι αληθείς. Και για να είναι αυτές αληθείς πρέπει να είναι αποδεδειγμένες. Επιστρέφουμε έτσι στην εις άπειρον εκβολή. Να σημειώσουμε ότι οι τρόποι χρησιμοποιούνταν από τους σκεπτικούς όχι για να αποδείξουν ότι κάποια επιχειρήματα είναι ψευδή αλλά για να αποδείξουν την ισοσθένεια μεταξύ των επιχειρημάτων. Οι σκεπτικοί, έψαχναν να βρουν ποιό το κριτήριο του καθενός (κυρίως των δογματικών) και να το εξετάσουν. Μπορεί το κριτήριο τους να ήταν η αρμονία των όντων ή η αρχή της μη-αντίφασης. Όποιο και αν ήταν, ήθελαν να εξετάσουν με ποιο τρόπο δογματίζει ο δογματικός και κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η εμπειρική επαλήθευση δεν τελειώνει ποτέ και η λογική επιβεβαίωση δεν έχει αρχή (Suber, 2003, σσ. 46-50). Να σημειώσουμε ότι συχνά οι Τρόποι χρησιμοποιήθηκαν από δογματικούς για να κατατροπώσουν τους αντιπάλους τους.
Ο Αινησίδημος φαίνεται ότι διερεύνησε τη σχέση μεταξύ σκεπτικισμού και της έννοιας της ροής, έτσι όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον Ηράκλειτο και παρατήρησε ότι ο σκεπτικισμός οδηγεί στην Ηρακλείτεια φιλοσοφία (Vogt, 2010).

Σέξτος Εμπειρικός
Ήταν έλληνας γιατρός. Πολλά από τα στοιχεία που έχουμε για τον Πύρρωνα προέρχονται από εκείνον.
Για τον Σέξτο ο σκεπτικισμός είναι η ικανότητα να βάζεις τα φαινόμενα και τα νοούμενα απέναντι το ένα στο άλλο (Vogt, 2010). Αυτός ο διαχωρισμός είναι καινούργιος (και αρκετά πλατωνικός, μπορούμε να πούμε). Υποστήριξε τις βασικές σκεπτικές ιδέες και προσπάθησε να τις εφαρμόσει και στην ιατρική. Ασχολήθηκε με το πώς ο σκεπτικισμός εφαρμόζεται στην ηθική και προκάλεσε πολλούς στην εποχή του. Δεν υποστήριζε κάποιον ηθικό σχετικισμό, δηλαδή, ότι οι ηθικοί κανόνες εξαρτώνται από τις συνθήκες (κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτιστικές ή όποιες άλλες) αλλά ότι δεν μπορούμε να έχουμε ηθική γνώση (Moral Skepticism, 2006 ; Moral Relativism, 2008).
Να πούμε ότι οι τρόποι βοηθούν τους σκεπτικούς να αποφύγουν το λάθος (που τόσο φοβούνται) αλλά μαζί μ’ αυτό αποφεύγουν και την αλήθεια. Είναι τόσο αυστηρά τα κριτήριά τους (αν μας επιτραπεί αυτή η λέξη) που η αλήθεια μπορεί να είναι εκεί και να τους έχει διαφύγει. Όχι μόνο αυτό. Όπως είπαμε, αγαπούν την αλήθεια, δηλαδή τη βεβαιότητα, παράλληλα όμως αποφεύγουν την πίστη δηλαδή τη σιγουριά. «Η σιγουριά θεραπεύει την αμφιβολία όχι όμως και την άγνοια. Και όταν υποτάσσεται η αμφιβολία, η άγνοια είναι ανίκητη» (Suber, 2003, σ. 57).
Από την άλλη, μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι δεν χρειάζεται να είναι κανείς βέβαιος για να ζήσει τη ζωή του. Ο σκεπτικός δεν διαφωνεί: η αβεβαιότητά του ένα πράγμα εμποδίζει: τον ισχυρισμό ότι αληθεύει μια δεδομένη πεποίθησή μας. Αυτό είναι το αβέβαιο.[4]
Η σκεπτική συλλογιστική έχει διάφορες καταλήξεις. Μία από αυτές είναι ο υπαρξισμός: οι πεποιθήσεις μας και οι δράσεις μας επιλέγονται σε καθεστώς πλήρους αβεβαιότητας. Έχουμε δε πλήρη ευθύνη για αυτή την επιλογή. Αυτό δεν το έχουν πει οι σκεπτικοί ακριβώς έτσι αλλά σίγουρα νομιμοποιούμαστε να βγάλουμε ένα τέτοιο συμπέρασμα από τη φιλοσοφία τους. Θα μπορούσαμε να πούμε μάλιστα ότι αν επιλέγουμε υποκρινόμενοι ότι βρήκαμε κάποια αλήθεια, ενεργούμε κακή τη πίστη, διότι αρνούμαστε την ελευθερία μας (Suber, 2003 σ. 63).
Μία κριτική που έχουν δεχτεί οι σκεπτικοί είναι ότι κατά βάθος δεν θέλουν να βρουν την αλήθεια. Ότι κάνουν τα πάντα για να αποδείξουν ότι δεν υπάρχει. Αποτέλεσμα αυτού είναι να είναι οι άλλοι δύσπιστοι ως προς τις προθέσεις τους και να τους θεωρούν μη-αυθεντικούς.
Μια άλλη κριτική είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να ζήσει κανείς χωρίς να βασίζεται σε κάποιες πεποιθήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι κυκλοφορούσαν την εποχή εκείνη διάφορα αστεία για τον Πύρρωνα, όπως ότι θα είχε πέσει σε λάκκους ή θα του είχαν επιτεθεί σκυλιά αν δεν τον πρόσεχαν οι φίλοι του. Τόση δηλαδή ήταν η δυσπιστία του απέναντι στις αισθήσεις που ήταν εντελώς αδιάφορος για την προσωπική του ασφάλεια (Critchley, 2009, s. 145 ; Brunschwig & Sedley, 2003, σ. 153). Επίσης ο Μπέρτραντ Ράσελ (Bertrand Russel) έλεγε ότι ο σκεπτικισμός αν και λογικά άψογος είναι ψυχολογικά αδύνατος και ο Πασκάλ έλεγε ότι ο ανθρώπινος νους έχει ανάγκη να πιστεύει και αν δεν βρει την αλήθεια θα προσκολληθεί στο ψεύδος (Suber, 2003, σ. 74).
Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, ίσως να ισχύει για τους ακαδειμικούς και τους ύστερους (αν ισχυριστούμε ότι μπορούμε να γνωρίζουμε τις προθέσεις τους και να ξέρουμε ότι είναι διαφορετικές από αυτέ που ισχυρίζονται ότι έχουν), αλλά όχι για τις πυρρώνειους.
Όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, οι Σκεπτικοί κάνουν μια διάκριση μεταξύ προφανούς και μη προφανούς (αν και δεν δογματίζουν ως προς την ίδια τη διάκριση). Μπορεί τα πράγματα που ανήκουν στην κατηγορία των προφανών να είναι αμφιλεγόμενα, γι’ αυτό και οι σκεπτικοί ενδίδουν σε αυτά χωρίς να συγκατατίθενται, λέει ο Σέξτος (Suber, 2003, σ. 66). Ποιος ο τρόπος ζωής του Σκεπτικού, λοιπόν;
«Ο Σκεπτικός επιτρέπει στον εαυτό του να καθοδηγείται από (1) τις δυνάμεις της φύσης, και (2) από τα πάθη του (αισθήματα)? και τα δύο βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό του? (3) από παραδοσιακούς νόμους και έθιμα του τόπου του, και (4) από τη συσσωρευμένη πρακτική σοφία για το πώς μπορούν να επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι. Ακολουθώντας ένα από τους τέσσερις αυτούς οδηγούς, ‘ακολουθούμε τα φαινόμενα’ και αποφεύγουμε το δογματισμό. Οπότε δεν είναι δογματικό (1’) το να αισθάνεσαι με τις αισθήσεις ή να κάνεις σκέψεις, (2’) το να νοιώθεις πείνα και να αντιδράς στο αίσθημα της πείνας τρώγοντας, (3’) το να μην κάνεις έρωτα με τα αδέλφια σου, ίσως ακόμα και το να πηγαίνεις στην εκκλησία της γειτονιάς, και (4’) το να πίνεις νερό από ποτήρι αντί να προσλάβεις έναν υπηρέτη για να σου στύβει ένα μουσκεμένο πανί στο στόμα.
(Suber, 2003, p. 68)
Σε κάθε περίπτωση, οι σκεπτικοί μας μαθαίνουν ένα σημαντικό μάθημα. Να αποφεύγουμε στη δική μας έρευνα για την αλήθεια ή για να μιλήσουμε με ακρίβεια στην έρευνά μας για τη δική μας αλήθεια, την έπαρση, την προπέτεια και την ανεντιμότητα. Είναι καλό να θυμόμαστε πόσο δογματικός μπορεί να γίνει ο δογματισμός. Ο αρχαίος σκεπτικισμός μας προκαλεί. Μας προκαλεί να σκύψουμε πάνω στις πεποιθήσεις μας, τις προκαταλήψεις μας[5], στις βεβαιότητές μας και να τις εξετάσουμε με αγάπη για την αλήθεια.

[1] Όταν λέμε γενική τάση καλό είναι να έχουμε στο νου μας ότι μιλάμε για τα δύο κυρίαρχα ρεύματα δηλαδή του Επικούρειους και τους Στωικούς. Όπως θα δούμε παρακάτω πολλά από αυτά που πρεσβεύουν τα δύο αυτά ρεύματα αμφισβητήθηκαν και κρίθηκαν από τους σκεπτικούς.
[2] Να τονίσουμε εδώ ότι η εν γνώσει άγνοια δεν κάνει τους πάντες ευτυχισμένους – ατάραχους. Τουλάχιστον από τον Πασκάλ και τον 17ο αι. και έπειτα, είναι αιτία απελπισίας. Ο μοντέρνος άνθρωπος δεν θέλει να ζει καθόλου στην αβεβαιότητα. Και πολλοί φιλόσοφοι πολέμησαν λυσσαλέα και τον παραμικρό σκεπτικισμό ψάχνοντας αγωνιωδώς για βέβαιες απαντήσεις.
[3] Παραδείγματος χάριν, στη διαμάχη για το αν κάποιες ενέργειες είναι εκούσιες ή ακούσιες σε σχέση με το αίτιο και αιτιατό, ο Καρνεάδης είπε: ή έννοια της εκούσιας κίνησης σημαίνει κίνηση που εξαρτάται από μας. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι μια τέτοια κίνηση δεν έχει αίτιο. Αίτιό της είναι ακριβώς το γεγονός ότι εξαρτάται από μας.
[4] Εκείνοι που συνθηκολογούν με το σκεπτικό αλλά λένε «ε, και;» είναι ή φιντεϊστές ή φιξιοναλιστές.
[5] Προ-κατάληψη: να γνωρίζω προτού ερευνήσω.

! Η Γεωργία Φέλιου είναι σύμβουλος ψυχικής υγείας.

Back to top
Back to top