ΔΥΟ ΣΑΤΙΡΙΚΕΣ ΕΚΠΟΜΠΕΣ

 

Υπάρχουν δύο σατιρικές εκπομπές, μια ραδιοφωνική και μια τηλεοπτική που είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς.*

Η ραδιοφωνική πρέπει να είναι καθημερινή γιατί πέφτω πάνω της σχεδόν κάθε φορά που θα βρεθώ σε ταξί γύρω στις 19.00 το βράδυ – συνήθως επιστρέφοντας από κάποιο μάθημα. Πρέπει να είναι η αγαπημένη εκπομπή των ταξιτζήδων. Έχει βέβαια και το πλεονέκτημα ότι φιλοξενείται από τον αγαπημένο τους σταθμό. Μπορώ να πω ότι έχω περάσει αρκετές ώρες ακούγοντάς την. Νομίζω μάλιστα ότι η εκπομπή αυτή είναι αρκετά παλιά, τη θυμάμαι και σε άλλους σταθμούς εδώ και πολλά χρόνια.

Η τηλεοπτική εκπομπή είναι εβδομαδιαία. Πρέπει να είναι μια από τις πιο δημοφιλείς εκπομπές στην ελληνική τηλεόραση, αν κρίνω από τις συζητήσεις που προκαλεί. Στο παρελθόν έχω δει και ολόκληρα επεισόδια αλλά τα τελευταία χρόνια, που έχω καταργήσει σχεδόν ολοκληρωτικά τη ζωντανή τηλεόραση έχω δει μόνο θραύσματα. Πιστεύω όμως ότι έχω μια σχετικά καλή εικόνα και γι’ αυτήν. Άλλωστε μπορείς να βρεις εύκολα τα σημαντικότερα και πιο πολυσυζητημένα αποσπάσματα στο YouTube.

Υπάρχουν κι άλλες εκπομπές του είδους αλλά αυτές τις ξεχωρίζω για δύο λόγους. Καταρχάς, όπως ανέφερα, είναι πολύ δημοφιλείς. Αυτό οφείλεται στον δεύτερο λόγο που μου προκαλούν το ενδιαφέρον: η μεγάλη επιτυχία των δύο εκπομπών οφείλεται στο μεγάλο ταλέντο αυτών που τις παρουσιάζουν. Αλλά δεν σας λέω κάτι πρωτότυπο. Καμιά εκπομπή δεν έχει τόση διάρκεια αν δεν βασίζεται στο ταλέντο.

Οι δύο εκπομπές έχουν όμως και φανατικούς εχθρούς. Είναι λογικό. Όταν ασκείς σκληρή πολιτική σάτιρα αυτό είναι αναμενόμενο. Αυτά που λες δεν θα αρέσουν σε πολλούς. Θα ενοχλούν, θα εκνευρίζουν, θα εξοργίζουν. Ειδικά αυτούς που δεν συμφωνούν με την κριτική.

Όμως εμένα δεν με ενοχλούν καθόλου αυτές οι δύο εκπομπές. Για δύο λόγους.

Ο πρώτος είναι ιδιοσυγκρασιακός (αν είναι σωστός ο όρος). Με ενθουσιάζει και με διασκεδάζει κάθε είδος σάτιρας, όσο οξεία κι αν είναι. Φτάνει να είναι έξυπνη και να βασίζεται στο ταλέντο. Οι δύο εκπομπές πληρούν τα κριτήρια. Δεν μ’ ενδιαφέρει ποιος είναι ο στόχος, δεν περιμένω να σέβονται οτιδήποτε, ούτε να είναι «δίκαιες». Όπως ενθουσιάζομαι όταν βλέπω μια γελοιογραφία που σατιρίζει έξυπνα τον φιλελευθερισμό (έχω μια από τις καλύτερες συλλογές τέτοιων γελοιογραφιών) έτσι απολαμβάνω και την έξυπνη σάτιρα. Οι δύο εκπομπές μου θυμίζουν ποια είναι τα όρια αυτών που πιστεύω και πόσο αστεία μπορεί να ακούγονται μερικές φορές όσα λέω όταν δεν αντιλαμβάνομαι σε ποιους απευθύνομαι.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι θεωρώ απαραίτητη τη σκληρή σάτιρα για μια φιλελεύθερη δημοκρατία. Οι δύο εκπομπές είναι πολύ σκληρές και όχι άδικα. Ο στόχος της κριτικής τους είναι εύκολος και εύλογος. Σπάνια εντοπίζω μια πραγματική αδικία ή ακόμα και μια αδικαιολόγητη υπερβολή. Οι στόχοι της κριτικής συνήθως την αξίζουν και με το παραπάνω.

Συχνά διαβάζω κείμενα ή ακούω απόψεις απορριπτικές για τις δύο εκπομπές. Η κριτική εναντίον τους είναι άφθονη. Είναι κι αυτό λογικό και αναμενόμενο. Ένα μεγάλο μέρος της κριτικής είναι δίκαιο. Ένα άλλο, επίσης μεγάλο μέρος, είναι άδικο.

Το λάθος που κάνουν πολλοί είναι ότι αντιμετωπίζουν αυτές τις εκπομπές ως κάτι παραπάνω από σατιρικές. Όμως οι εκπομπές αυτές είναι αυτό και μόνο αυτό. Όταν τις ακούω/παρακολουθώ δεν περιμένω να ενημερωθώ για κάτι ούτε βέβαια να διαμορφώσω άποψη για πρόσωπα και πράγματα. Αλλά δεν νομίζω ότι αποτελώ εξαίρεση. Πιστεύει κανείς σοβαρά ότι αυτές οι εκπομπές πραγματικά ασκούν ευρεία πολιτική επιρροή; Ελπίζω όχι. Θα ήταν αστείο ακόμα και σαν υπόθεση.

Επιπλέον αυτές οι εκπομπές δεν έχουν καμία υποχρέωση να ενημερώνουν ή να είναι αντικειμενικές. Έχουν μία και μόνο (εμπορική) υποχρέωση. Να είναι ψυχαγωγικές.

Έτσι νομίζω ότι λειτουργούν υγιώς. Ασκούν ιδιαίτερα σκληρή κριτική σε μια κυβέρνηση που απολαμβάνει μιας ιδιαίτερα αναπαυτικής ασυλίας από μεγάλο μέρος του τύπου. Κάθε αντίβαρο είναι ευπρόσδεκτο.

[Υπάρχει άλλο ένα επιχείρημα εναντίον αυτών των εκπομπών που είναι πατερναλιστικό, σχεδόν ρατσιστικό. Δεν θα το αναφέρω καν διότι είναι ηθικοπολιτικά απαράδεκτο και επιπλέον φαταλιστικό.]

Βέβαια έχω δύο ενστάσεις. Στην πραγματικότητα έχω περισσότερες αλλά αυτές είναι οι σημαντικότερες:

Και οι δύο εκπομπές προσφέρουν ασυλία σε έναν πολιτικό χώρο. Αυτό είναι εν μέρει αναμενόμενο καθώς ο υπό προστασία πολιτικός χώρος δεν είναι αυτός που κυβερνά. Όμως η ασυλία είναι πολύ μεγαλύτερη από την εύλογη. Η κριτική που ασκούν π.χ. στην αξιωματική αντιπολίτευση είναι εφάμιλλη της κριτικής που ασκείς στον επιθετικό της ομάδας σου αν βαρέσει δοκάρι ή στον τερματοφύλακα αν φάει γκολ. Είναι δηλαδή το είδος της αγαπησιάρικης «οικογενειακής κριτικής» που δεν ταιριάζει σε μια σκληρή σατιρική εκπομπή. Περιμένω να δω με ενδιαφέρον πώς θα ξεπεράσουν αυτήν την αδυναμία όταν θα κληθούν να σατιρίσουν μια εξουσία για την οποία θα νιώθουν καταρχήν στοργή.

Η δεύτερη ένσταση είναι σοβαρότερη. Στις παλιές επιθεωρήσεις υπήρχε συνήθως μια σκηνή μονολόγου όπου ένας ή περισσότεροι από τους πρωταγωνιστές σταματούσαν τα αστεία και απευθύνονταν με σοβαρότητα στο κοινό. Αυτή η στιγμή ήταν το low point της παράστασης. Όσα έγραφαν οι συγγραφείς και απήγγειλαν οι ηθοποιοί ήταν συνήθως αμπελοφιλοσοφίες της κακιάς ώρας. Βαρετές, τετριμμένες, ανόητες μεγαλοστομίες. Αλλά τις ανεχόσουν γιατί ήξερες ότι θα ξαναγελάσεις σε λίγο. Άλλωστε η αρχική ιδέα ήταν του Αριστοφάνη. Όμως και ο Αριστοφάνης δεν γλύτωσε την παγίδα της κοινοτoπίας. Από τις εννιά παραβάσεις που σώζονται απλά μαθαίνουμε πολλά για την πολιτική της αρχαίας Αθήνας και έχουμε μερικά χρήσιμα εργαλεία για να ερμηνεύσουμε τις κωμωδίες του. Τα σημεία αυτά αναγκαστικά κάνουν κοιλιά. Επιπλέον δίνουν την ευκαιρία σε κάθε μέτριο νεοέλληνα σκηνοθέτη να συνδέσει τη πολιτική μπούρδα του με το αριστοφανικό κείμενο.

Εδώ ακριβώς οι δύο εκπομπές είναι που το παρακάνουν. Δεν μιλάμε απλά για παράβαση αλλά για κήρυγμα και μάλιστα από άμβωνος. Όταν μάλιστα συνοδεύονται από κόκκινα μάτια και τεντωμένες φλέβες στο λαιμό (που ακόμα κι αν δεν τις βλέπω τις ακούω) καταντούν, πώς να το θέσω διακριτικά; Κακής ποιότητας.

Αλλά αυτή είναι η γνώμη μου. Είμαι απλά ένας θεατής, ένας ακόμα ακροατής. Αναρωτιέμαι μόνο γιατί αυτοί οι έμπειροι άνθρωποι δεν βλέπουν πόσο μεγάλη είναι η αντίφαση. Δεν καταλαβαίνουν άραγε πόσο η αντίφασή αυτή υπονομεύει αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά - να σατιρίζουν;

* το 2014 που δημοσιεύθηκε το άρθρο.

! Ο Αριστείδης Χατζής είναι Αν. Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το κείμενο έχει δημοσιευθεί στην Athens Voice

 

 

 

Back to top
Back to top